Βγάζω το καπέλο και αναγάγω σε εικονογραφημένο υπερήρωα οποιονδήποτε αναγκάζεται να πηγαίνει με το αυτοκίνητο καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας. Η ευκολία του μετρό και το μεσαιωνικό βασανιστήριο του παρκαρίσματος από το οποίο σε γλιτώνει, φτάνουν και περισσεύουν για να μην πλησιάζεις με τετράτροχο στην «εμπόλεμη ζώνη» πέριξ Συντάγματος, Ομόνοιας και Ακαδημίας.

Ένεκα ζέστης και δημοσιογραφικού καθήκοντος, βρέθηκα εχθές στην καρδιά της οδηγικής απαλλοτρίωσης με το νέο Seat Ibiza (αναλυτική δοκιμή οσονούπω). Συγγρού, Πανεπιστημίου, Βασιλίσσης Σοφίας και τέρμα στη Σκουφά. Είχα λησμονήσει –ουχί αποθυμήσει- την «ζούγκλα» του κέντρου, όπου οι 3 λωρίδες μετατρέπονται νταβατζιλίδικα σε 2 ή 1μιση (όταν υφίστανται και δεν πηγαίνει καθείς ολούθε του καπνίσει), η προτεραιότητα είναι κωδικοποιημένο λήμμα του Μπαμπινιώτη και ο μόνος τρόπος που δεν σε προσπερνάνε τα μηχανάκια είναι ξάπλα από κάτω, α λα Τομ Κρούζ στο «Mission Impossible».

Για κάποιον λόγο που εμπίπτει σε επεισόδιο X-Files, πάρκαρα κατευθείαν σε έναν από τους πιο πολυσύχναστους δρόμους της Ελλάδας. Η βόλτα στα στενά του Κολωνακίου αποκάλυψε ένα βαρβάτο γκελ των γρήγορων μικρών fashion icons (πολύ πρωτότυπο): 2 Fiat 500 Abarth 595, συνολικά γύρω στα 10 «500αράκια», μπόλικα Mini Cooper S και πέρα από αυτά, οι συνήθεις 7αρες, 1 Infiniti Q60, 5-6 Lexus RX350 και ένα Range Rover Sport με χαλασμένη αερανάρτηση, που είχε “ακουμπήσει” και οι τροχοί του είχαν μεγαλύτερο αρνητικό κάμπερ από τα αυτοκίνητα Τουρισμού των 70’s. Στην προθήκη της μπουρζουαζίας, μια Porsche 996. Η «αυγουλομάτα». Η λιγότερο αγαπημένη από τις 911 (δεν λέω «η πιο μισητή», κύριος).

Η συγκεκριμένη έφερε το κλασικό πακέτο customization του Έλληνα, ήτοι ζάντες από το κορυφαίο μοντέλο (Turbo εν προκειμένω) και ψαγμένη λεπτομέρεια από κάποια «αγωνιάρικη» έκδοση (αεροτομή GT3 δηλαδή). Αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει, ωστόσο, ήταν το TSM. Aλλιώς «Τransparent Stupidity Mode», αλλιώς «Μόουντ (δεν μεταφράζουμε ποτέ το mode, α λα «αμορτισέρ») Διαφανούς Ηλιθιότητας». Όταν είναι ενεργοποιημένο, το TSM δίνει την ψευδαίσθηση στον οδηγό πως το αυτοκίνητο είναι διαφανές, με αποτέλεσμα να «ξύνει» STOP και κόκκινα φανάρια καθώς θεωρεί πως η φυσική παρουσία του αυτοκινήτου δεν επηρεάζει την διερχόμενη κίνηση.

Ενόσω περίμενα, παρατήρησα πως το STOP στην ανηφορική κάθετη της Σκουφά (όνομα δεν κοίταξα) το σέβονταν όλοι. Μπορεί κάποιοι να μην σταματούσαν τελείως, όμως υπήρχε ορατότητα για ασφαλή διέλευση. Ο χειριστής (δεν ξαναξεφτιλίζω τον όρο «οδηγός») της 911, προφανώς αισθάνθηκε roadmaster ελέω του θυρεού της Βάδης-Βυρτεμβέργης στο πορτμπαγκάζ και πέρασε «αέρα». Από Σκουφά μεριά ερχόταν ένα μηχανάκι, ευτυχώς με λίγα χιλιόμετρα. Ο αναβάτης (με κράνος-μπρασελέ στο αριστερό χέρι, να τα λέμε όλα) «έπεσε» στα φρένα και κλάσματα αργότερα, έπεσε φαρδύς-πλατύς στο έδαφος. Η πόρτα της 996 άνοιξε και φανέρωσε τον λούμπεν γιάπη ιδιοκτήτη της (φόραγε ζώνη όμως, κύριος), με γυαλί Ray Ban/βιτρίνα Ερμού και ύφος διορισμένου κομματόσκυλου. Η πρώτη αντίδραση ήταν να κοιτάξει το φτερό, μην τυχόν απέκτησε κάνα βαθούλωμα το Πορσικό. Η δεύτερη ήταν ένα πομπώδες, μα συνάμα λακωνικό «που πας, ρε φίλε;».

Μέσα σε 4 λέξεις και 1 ερωτηματικό, συμπυκνωμένη η «μαγεία» της γκιαούρικης παιδείας και του κοινωνικού αναλφαβητισμού. Ο ντελιβεράς, έχοντας περισσότερο στον νου του την παραγγελία απάντησε «εσύ έχεις στοπ, ρε άνθρωπε», για να λάβει την απόκριση «ε, πρόσεχε κι εσύ λίγο». Καθόλη τη διάρκεια της σύντομης στιχομυθίας, ο ένοχος δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Τα κυβικά του μηχανόβιου μάλλον έπεφταν πολλά και ενδεχόμενος τσαμπουκάς θα τον μετέτρεπε σε αρκουδιάρη. Συγκράτησα τις πινακίδες του, αλλά ήταν πιο μάταιο κι από την άμυνα του Ολυμπιακού στο ματς με την Σπόρτινγκ. Το παλικάρι με το μηχανάκι συνέχισε στο μεροκάματο, το premium δίποδο πιθανόν πήγε για λάτε μακιάτο και εξιστόρηση του συμβάντος στους ομοίους του, ενώ εγώ έμεινα να χάσκω στο σημείο.

Δεν τσουβαλιάζω, ούτε στοχοποιώ μπράντες. Ουρακοτάγκοι συναντώνται πίσω από το τιμόνι κάθε μάρκας. Ένα βαρύ όνομα, ωστόσο, έχει την τάση να τους εξελίσσει σε Νεάντερταλ. Πράγμα που τους καθιστά και πιο επικίνδυνους, καθώς από την άγνοια περνάμε στην αδιαφορία. Τον αγνώμονα μπορείς να τον εκπαιδεύσεις. Τον «στόκο», επιστημονικά απίθανο.

Ηθικό δίδαγμα δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει. Μια απλή διαπίστωση, σε συνδυασμό με την ανάγκη για ανάπτυξη αυτογνωσίας. Τα σήματα δεν σε κάνουν μάγκα. Είτε τα «φοράς», είτε τα παραβιάζεις.