Αντικείμενο αυτής της σειράς άρθρων, όπως γνωρίζετε οι τακτικοί αναγνώστες του Autoblog, είναι οι οδηγοί της Formula 1 που στέφθηκαν πρωταθλητές μία φορά στην διάρκεια της καριέρας τους. Αυτή τη φορά θα μάθουμε την ιστορία του Jochen Rindt. Όπως θα διαβάσεις παρακάτω ο Αυστριακός δεν είχε την ευκαιρία να υπερασπιστεί τον τίτλο του, όχι από επιλογή, απλά δεν έζησε για να το κάνει, δεν είχε καν την δυνατότητα να επιλέξει αν θα εξακολουθούσε να αγωνίζεται ή απλά θα αποσυρόταν από το άθλημα. Είναι ο μοναδικός πρωταθλητής στην 68χρονη ιστορία της Formula 1 που κατέκτησε το πρωτάθλημα μετά θάνατον.

1Jochen Rindt

  • Πρωταθλητής F1 Σεζόν 1970
  • Αυστριακός
  • Ενεργός 1964-1970
  • Συμμετοχές: 62 (60 εκκινήσεις, 6 νίκες, 10 pole, 13 βάθρα, 3 ταχύτεροι γύροι)

Γεννήθηκε στο Μάϊντζ της Γερμανίας στις 18 Απριλίου του 1942 από Αυστριακή μητέρα και Γερμανό πατέρα. Οι γονείς του σκοτώθηκαν σε βομβιστική επιδρομή στο Αμβούργο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο ίδιος ήταν ενός έτους κι έτσι μεγάλωσε με τους παππούδες του στο Γκρατς της Αυστρίας. Παρόλο που κατείχε Γερμανική Υπηκοότητα, αγωνίστηκε καθόλη τη διάρκεια της καριέρας του με Αυστριακή αγωνιστική άδεια. Σαν παιδί ήταν “επαναστάτης” και η προβληματική συμπεριφορά του έγινε πολλές φορές αιτία για να αποβληθεί από πολλά ιδιωτικά σχολεία, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο τους παππούδες του στην απελπισία, οι οποίοι ανησυχούσαν για το μέλλον του. Το 1960 αγόρασε το πρώτο του αυτοκίνητο, ένα παλιό Volkswagen Beetle, το οποίο οδηγούσε σαν τρελός στους δημόσιους δρόμους, με αποτέλεσμα να έχει συχνά “φασαρίες” με την αστυνομία. Το ενδιαφέρον του για τους αγώνες εκδηλώθηκε, όταν επισκέφθηκε με φίλους το Nurburgring για να παρακολουθήσουν το Γερμανικό grand prix το 1961. Ήρωας του ήταν ο οδηγός της Scuderia, Wolfgang von Trips, ο οποίος σκοτώθηκε στο επόμενο GP εκείνης της σεζόν στη Monza. (βλ. άρθρο Phil Hill 1961)

2Τα πρώτα βήματα

Το 1961 συμμετείχε στον πρώτο του αγώνα με ένα Abarth Simca 2000 ιδιοκτησίας της γιαγιάς του. Κατά τη διάρκεια του αγώνα αποκλείστηκε λόγω επικίνδυνης οδήγησης. Χρησιμοποίησε το Simca σε αρκετούς αγώνες χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα, αλλά η επιτυχία ήρθε όταν βρέθηκε σε μία αγωνιστική Alfa Romeo 1300 GT με την οποία πέτυχε 8 νίκες. Το 1963 αγωνίστηκε στη Formula Junior με μία Cooper T67, με την οποία κέρδισε μόλις στον 2ο αγώνα συμμετοχής του. Το 1964 αγωνίστηκε στην Formula 2, κατηγορία στην οποία έκανε εξαιρετικά επιτυχημένη πορεία σημειώνοντας συνολικά 29 νίκες.

Ο κόσμος του μηχανοκίνητου αθλητισμού “πρόσεξε” τον Rindt, όταν μόλις στον 2ο αγώνα συμμετοχής του στην F2, κέρδισε τον Παγκόσμιο Πρωταθλητή της F1 Graham Hill στην πίστα Crystal Palace στο Λονδίνο. Μάλιστα ο Βρετανικός Τύπος ανέφερε τότε πως: ” Ένας άγνωστος Αυστριακός νίκησε τον διάσημο Graham Hill”. Όπως πολλοί οδηγοί εκείνης της εποχής, ο Rindt έτρεχε στην F2 παράλληλα με τους αγώνες της F1. Το 1967 ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος στην F2 πετυχαίνοντας 9 νίκες, ωστόσο επειδή συμμετείχε στην F1 θεωρούνταν έμπειρος οδηγός και οι βαθμοί του δεν προσμετρούσαν στο πρωτάθλημα, έτσι ο τίτλος κατέληξε τελικά στα χέρια του μελλοντικού του αντιπάλου Jacky Ickx.

3Formula 1

Το 1964 έκανε το ντεμπούτο του στην F1 στο grand prix της πατρίδας του και έγινε ο πρώτος Αυστριακός συμμετέχων στην ιστορία του αθλήματος. Οδήγησε μία Brabham BT 11, δανεική από την Rob Walker Racing, εγκαταλείποντας τον αγώνα στον 58ο γύρο με σπασμένη κολόνα τιμονιού. Ωστόσο στις κατατακτήριες είχε καταφέρει να “πλασαριστεί” στην 13η θέση αφήνοντας τελευταίο στην 20η θέση τον Πρωταθλητή του 1961 Phil Hill.

Η πρώτη του φουλ σεζόν ήρθε το 1965 οδηγώντας για την πάλαι ποτέ Πρωταθλήτρια Cooper (1959, 1960) και team-mate τον Bruce Mc Laren. Ωστόσο η ομάδα ήταν μη ανταγωνιστική και ως εκ τούτου τα αποτελέσματα πενιχρά. Τερμάτισε 4ος στην Γερμανία και 6ος στις Η.Π.Α. συγκεντρώνοντας 4 βαθμούς (13ος στο πρωτάθλημα). Ηττήθηκε από τον Mc Laren με 2-8 στις κατατακτήριες, ο οποίος κατατάχθηκε 9ος στο πρωτάθλημα με 10 βαθμούς. Παράλληλα με την F1 το 1965 συμμετείχε στον 24ωρο αγώνα Le Mans, τον οποίο και κέρδισε για λογαριασμό της Ferrari, οδηγώντας την 250LM μαζί με τον Αμερικανό οδηγό Masten Gregory. Ήταν μία απρόσμενη νίκη, καθώς ο Rindt και ο Gregory αντιμετώπισαν αρκετά μηχανικά προβλήματα, τα οποία καθήλωσαν την 250LM για μισή ώρα στα pits. Όταν το αυτοκίνητο βγήκε στην πίστα βρισκόταν στην 18η θέση. Rindt και Gregory είχαν συμφωνήσει να πάνε “flat-out” για το υπόλοιπο του αγώνα, με τον Αυστριακό να οδηγεί το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας και μέχρι το ξημέρωμα είχε φέρει την Ferrari στην 3η θέση.

Το 1966 παρέμεινε στην Cooper, την οποία ο John Cooper είχε πουλήσει τον Απρίλη του 1965, μετά το θάνατο του πατέρα του και συνιδρυτή της ομάδας Charles Cooper. Οι νέοι ιδιοκτήτες δραστηριοποιούνταν με την Maserati στο Ηνωμένο Βασίλειο και ως εκ τούτου εξασφάλισαν κινητήρες της Ιταλικής εταιρίας για την Βρετανική ομάδα. Επί της ουσίας επρόκειτο για μία αναβαθμισμένη και υπερκυβισμένη στα 3 λίτρα έκδοση του 2,5 λίτρων V12 κινητήρα, που χρονολογούνταν πίσω στο 1957. Μάλιστα ο συγκεκριμμένος κινητήρας είχε φορεθεί στην Maserati 250 F στις τελευταίες της εκδόσεις. Ο Bruce Mc Laren είχε αποχωρήσει προκειμένου να ιδρύσει τη δική του ομάδα και νέος team mate του Rindt ήταν αρχικά ο Richie Ginther και στη συνέχεια ο John Surtees. Παρόλο το αυξημένο βάρος της, λόγω του παλιού V12, η νέα Τ81 αποδείχθηκε ανταγωνιστική και στο 2ο αγώνα της σεζόν στο Spa, ο Rindt πέτυχε το πρώτο podium της καριέρας του στη 2η θέση, κάτω από πολύ δύσκολες καιρικές συνθήκες. Θα μπορούσε μάλιστα να κερδίσει τον αγώνα, αν δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα με το διαφορικό του, καθώς βρισκόταν στην πρωτοπορία του αγώνα για 16 από τους 28 γύρους. Ακολούθησαν μία 4η και μία 5η θέση στο Γαλλικό και Βρετανικό GP αντίστοιχα και το 2ο podium ήρθε στο Nurburgring στην 3η θέση.

Ήταν το τελευταίο GP με την παλιά χάραξη της πίστας, καθώς την επόμενη χρονιά προστέθηκε το Hohenrain σικέϊν, προκειμένου να μειωθεί η ταχύτητα των μονοθεσίων που εισέρχονταν στα pits. Εν συνεχεία πέτυχε μία 4η θέση στο Ιταλικό GP και το 3ο του podium στο GP των Η.Π.Α. στη 2η θέση. Συνολικά είχε 3 εγκαταλείψεις μέσα στη σεζόν. Ηττήθηκε κατά κράτος από τον πολύ πιο έμπειρο Surtees στις κατατακτήριες με σκορ 6-1 και τερμάτισε στην 3η θέση των οδηγών με 22 βαθμούς, μία θέση πίσω από τον team mate του (28 βαθμοί).

4

Με την Cooper Maserati T81 σε μία γνώριμη πόζα για τον Rindt

Το 1967 ήταν η τελευταία σεζόν του Rindt με την Cooper. Η ομάδα ευελπιστούσε σε μία ακόμα καλύτερη σεζόν καθώς η χρονιά του 1966 κρίθηκε επιτυχημένη (3η στους κατασκευαστές 1 βαθμό πίσω από τη 2η Ferrari). Ο Surtees είχε αποχωρήσει για χάρη της Honda και νέος team mate στην ομάδα ήταν ο Μεξικανός Pedro Rodriguez. Ωστόσο ούτε η άφιξη της νέας Τ86 κατάφερε να αναβιώσει τις παλιές επιτυχίες της Cooper. Έκανε ντεμπούτο στα μέσα της σεζόν στο Βρετανικό GP και ήταν 50 κιλά ελαφρύτερη από την προκάτοχο της, αλλά δεν εντυπωσίασε και χρησιμοποιήθηκε από τον Rindt σε μόλις 3 GP.

Ο Αυστριακός είχε 8 εγκαταλείψεις αυτή τη χρονιά, όλες από μηχανικά προβλήματα και μόλις 2 τερματισμούς στην 4η θέση. Στο δε τελευταίο GP, αυτό του Μεξικό, δεν αγωνίστηκε δυσαρεστημένος με την ομάδα για οικονομικούς λόγους. Ήταν η πρώτη φορά που ο Rindt επιβλήθηκε των team mate του στις κατατακτήριες (Rodriguez 6-1, Ickx 2-0) ωστόσο με 6 βαθμούς περιορίστηκε στην 13η θέση, ενώ ο πιο συνεπής στους τερματισμούς Rodriguez κατατάχθηκε 6ος με 15 βαθμούς και με 2 συμμετοχές λιγότερες. Με την αποχώρηση του Rindt το 1968, η Cooper πήρε την “κάτω βόλτα” και το 1969 η εργοστασιακή ομάδα δεν συμμετείχε στην F1, καθώς αδυνατούσε να βρει χορηγό και έκτοτε εξαφανίστηκε από τα paddocks. Πρωταθλήτρια οδηγών και κατασκευαστών εις διπλούν, έκανε επανάσταση στο άθλημα όταν πρωτοπαρουσίασε μονοθέσια με κινητήρες στο πίσω μέρος. Οι λάτρεις της αυτοκίνησης χρωστάμε στην Cooper, καθώς σε αυτήν οφείλουμε την ύπαρξη της γρήγορης έκδοσης του κλασικού Mini. Η Τ86 έμελλε να είναι το τελευταίο μονοθέσιο που κατασκεύασε η Βρετανική ομάδα.

Για την σεζόν του 1968, ο Rindt είχε πολλές προτάσεις από διάφορες ομάδες. Τελικά αποδέχθηκε την πρόταση της Brabham με το σκεπτικό ότι ήταν η Πρωταθλήτρια ομάδα την τελευταία διετία. Ωστόσο ο Αυστριακός ταλαιπωρήθηκε πολύ από προβλήματα αξιοπιστίας, καθώς κατάφερε να τερματίσει μόνο σε 2 αγώνες, μετρώντας 10 εγκαταλείψεις. Κύρια αδυναμία της Brabham BT 26 ήταν ο νέος, πιο δυνατός κινητήρας της Repco. Ο κινητήρας εξελίχθηκε προκειμένου να ανταγωνιστεί τον πιο σοφιστικέ Cosworth DFV, αλλά αποδείχθηκε τρομερά αναξιόπιστος. Επικράτησε καθολικά έναντι του team mate του, του τρις φορές Παγκόσμιου Πρωταθλητή Jack Brabham, με 10-2 στις κατατακτήριες και συγκέντρωσε 8 βαθμούς (12ος) με 2 podium σε Ν. Αφρική και Γερμανία έναντι 2 βαθμών (23ος) του “Black Jack”. Η μεγάλη στιγμή της σεζόν για τον Rindt ήρθε στο Γαλλικό GP στη Rouen Les Essarts, όταν πέτυχε την 1η pole position της καριέρας του. Ειρωνεία της τύχης αποτελεί το γεγονός ότι η προηγούμενη ομάδα του Rindt, η Cooper, πέτυχε 4 βαθμούς παραπάνω ολοκληρώνοντας την σεζόν στην 7η θέση των κατασκευαστών, μία θέση πάνω από την Brabham.

Σημείωση: Τις σεζόν ’67 και ’68 ο Rindt αγωνίστηκε στο Indianapolis 500 χωρίς επιτυχία τερματίζοντας στην 24η και 32η θέση αντίστοιχα.

51969 Team Lotus

Το 1969 ο Rindt αποχώρησε από την Brabham και υπέγραψε συμβόλαιο με την Lotus του Colin Chapman. Εκεί θα πλαισίωνε τον περσινό πρωταθλητή, Graham Hill. Ο Rindt δεν ένιωθε πολύ σίγουρος γι’ αυτή του την κίνηση, κυρίως λόγω της ευθραυστότητας των μονοθεσίων της Lotus. Ένα χρόνο πριν είχαν σκοτωθεί οι Jim Clark και Mike Spence οδηγώντας μονοθέσια της Βρετανικής ομάδας. Μάλιστα ο Clark ήταν προσωπικός φίλος του Αυστριακού. Ωστόσο η ταχύτητα των μονοθεσίων του Chapman ήταν αδιαμφισβήτητη και ο Rindt ήθελε να γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής. Ο ίδιος μάλιστα τότε είχε πει: ” Στη Lotus μπορώ είτε να γίνω πρωταθλητής, είτε να σκοτωθώ”.

Σε αυτό το σημείο ας κάνουμε μία παρένθεση-ανάλυση κάποιων γεγονότων προκειμένου να έχουμε σφαιρική εικόνα του τι συνέβαινε στο σπορ τότε. Όπως έχουμε ξαναπεί, το 1966 άλλαξαν οι κανονισμοί από 1,5 σε 3,0 λίτρα χωρητικότητα κινητήρα. Ο κινητήρας που μεσουρανούσε μέχρι το 1965 ήταν ο FWMV V8 της Climax ο οποίος στην τελευταία εκδοχή του απέδιδε περί τα 210 άλογα. Όταν το 1967 έκανε ντεμπούτο ο Cosworth DFV απέδιδε λίγο παραπάνω από 400 άλογα. Ήταν ξεκάθαρο ότι η ιπποδύναμη του DFV ήταν μεγάλη και έπρεπε να βρεθεί τρόπος να περνάει στο δρόμο. Το 1968 ο Chapman και η Lotus ήταν οι πρώτοι που τοποθέτησαν αεροδυναμικά βοηθήματα σε μονοθέσιο F1, στο 3ο GP της χρονιάς, στο Μονακό σε μία προσπάθεια εύρεσης κάθετης δύναμης. Πέραν τούτου μία συγκυρία την σεζόν του ’68 (πέντε σερί αγώνες με κακοκαιρία) θα ωθούσε κάποιες ομάδες, συμπεριλαμβανομένης και της Lotus, να πειραματιστούν με μία παλιά ιδέα για την F1. Την τετρακίνηση. Ήταν ένα κομβικό σημείο για την F1. Αεροδυναμική ή τετρακίνηση ή και τα δύο μαζί; Ο Chapman είχε κατασκευάσει την 63άρα με σύστημα 4WD και πίστευε πολύ σε αυτήν. Αντίθετα οι οδηγοί του μόλις την δοκίμασαν δήλωσαν ευθαρσώς ότι ήταν ένα από τα χειρότερα μονοθέσια που είχαν οδηγήσει, καθώς στις στροφές δεν αντιδρούσε με τον τρόπο που είχαν συνηθίσει. Τελικά η F1 βρήκε λύση με την αεροδυναμική και την εξέλιξη των ελαστικών, παραμένοντας πιστή στην πίσω κίνηση. Η τετρακίνηση δικαιώθηκε δέκα χρόνια αργότερα στα ράλι.

Οι φόβοι του Rindt επιβεβαιώθηκαν μόλις στο δεύτερο αγώνα του με την Lotus. Στο Ισπανικό GP στην πίστα Montjuich της Βαρκελώνης, η πίσω πτέρυγα του Hill, η οποία στηριζόταν πάνω στην ανάρτηση, κατέρρευσε στον 9ο γύρο με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με σφοδρότητα πάνω στις μπαριέρες, ωστόσο ο Βρετανός βγήκε αλώβητος από το κόκπιτ. Έντεκα γύρους μετά το ίδιο συνέβη στον πρωτοπόρο του αγώνα, που δεν ήταν άλλος από τον Jochen. Ο Αυστριακός έχασε τον έλεγχο κι έπεσε πάνω στο εγκαταλειμμένο μονοθέσιο του team-mate του και εν συνεχεία αναποδογύρισε. Τη στιγμή εκείνη η Lotus κινούνταν με 225 χλμ./ώρα. Γλίτωσε ως εκ θαύματος με λίγα κοψίματα, μώλωπες και σπασμένη μύτη. Πριν συμβούν όλα αυτά πέτυχε τον ταχύτερο γύρο του αγώνα έχοντας εκκινήσει από την pole position. Για την ιστορία τον αγώνα κέρδισε ο Jackie Stewart με διαφορά δύο γύρων από τον 2ο. Ήταν η πρώτη από τις δύο φορές που συνέβη κάτι τέτοιο στην ιστορία της F1.

Σημείωση: Στο διάστημα μεταξύ 1ου και 2ου GP σκοτώθηκε σε ατύχημα ο οδηγός της Cooper για το 1968, Lucien Bianchi, σε δοκιμές για τον 24ωρο αγώνα Le Mans οδηγώντας Alfa Romeo.

6

Ο Jochen απείχε από το GP του Μονακό προκειμένου να αναρρώσει από το ατύχημα του. Στο μεταξύ οι ιθύνοντες του σπορ ανέλαβαν δράση, θορυβημένοι από τα ατυχήματα της Lotus και για λόγους ασφαλείας, απαγόρευσαν τη χρήση αεροδυναμικών βοηθημάτων. Το ισπανικό GP ήταν το τελευταίο με τις πολύ ψηλά τοποθετημένες πτέρυγες. Ο Graham Hill πέτυχε την 14η και τελευταία νίκη της καριέρας του και 5η στους δρόμους του Πριγκιπάτου, ρεκόρ που κράτησε για 24 χρόνια. Ο Ayrton Senna το πήγε ένα βήμα παραπέρα και το 1993 πέτυχε την 6η του νίκη στο Μονακό.

7

Ο Rindt επέστρεψε για το Ολλανδικό GP (το Βελγικό είχε ακυρωθεί λόγω διαφωνιών γύρω από θέματα ασφάλειας) και πέτυχε την pole. Οι πτέρυγες επανήλθαν στο προσκήνιο αλλά με περιορισμούς. Πλέον έπρεπε να έχουν συγκεκριμένο μέγεθος και να αποτελούν μέρος του αμαξώματος. Στην εκκίνηση ο Rindt έχασε την 1η θέση από τον Hill, αλλά στον 3ο γύρο πέρασε πάλι μπροστά και άρχισε να απομακρύνεται από τους υπόλοιπους. Στον 17ο γύρο όλα τελείωσαν, όταν υπέστη αστοχία στο ημιαξόνιο και εγκατέλειψε. Άλλη μία εγκατάλειψη ήρθε στο Γαλλικό GP λόγω αδιαθεσίας από διπλωπία που του προξένησε η στριφτερή διαδρομή του σιρκουϊ de Charade. Εκεί έκανε την πρώτη της εμφάνιση η τετρακίνητη Lotus 63, ενώ αξίζει να αναφέρουμε πως από τα 13 μονοθέσια που συμμετείχαν στον αγώνα μόνο η Ferrari του Chris Amon δεν φορούσε κινητήρα Cosworth!

8

Στο Βρετανικό GP ο Rindt ήταν και πάλι στην pole και μαζί με τον Stewart δώσανε μία εκπληκτική μάχη, μύτη-ουρά, η οποία έληξε άδοξα όταν μέρος του αμαξώματος της Lotus άρχισε να τρίβεται στο πίσω ελαστικό, αναγκάζοντας τον Αυστριακό να μπεί στα pits. Έχασε 30 sec. αλλά επέστρεψε στην πίστα 2ος, ωστόσο τα προβλήματα δεν είχαν τελειώσει ακόμα. Αναγκάστηκε να ξαναμπεί στα pits ελάχιστους γύρους πριν το τέλος του αγώνα για ανεφοδιασμό, κάτι που τον έριξε στην 4η θέση στην οποία και τερμάτισε. Στον αγώνα εκτός από την Lotus 63, αγωνίστηκαν άλλα δύο τετρακίνητα μονοθέσια. Η Matra MS 84 και η Mc Laren M9A.

9

Με τον Jackie Stewart. Όταν οι εποχές ήταν διαφορετικές

Βρισκόμασταν στα μέσα της σεζόν και ο Jackie Stewart μετρούσε πέντε νίκες σε έξι GP, έχοντας ένα άπιαστο βαθμολογικό προβάδισμα. Ακολούθησε το Γερμανικό GP το οποίο σημαδεύτηκε από το θάνατο του Gerhard Mitter, οδηγού της ομάδας της BMW για την Formula 2, στις δοκιμές της Παρασκευής. Η ομάδα της BMW αποσύρθηκε από τον αγώνα αμέσως μετά το τραγικό γεγονός. Αργότερα θα αποδεικνυόταν τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι Rindt και Mitter μοιράστηκαν μία Porsche 907 αγωνιζόμενοι στο Le Mans του 1967. Το Γερμανικό GP κέρδισε πανάξια ο Jacky Ickx για λογαριασμό της Brabham έχοντας δώσει σκληρή μάχη με τον Stewart. Ο Rindt αν και εκκίνησε 3ος τον αγώνα εγκατέλειψε με πρόβλημα στην ανάφλεξη.

Στο Ιταλικό GP ο Rindt βρισκόταν στην pole και η Monza δεν απογοήτευσε τους χιλιάδες θεατές, καθώς προσέφερε εξαιρετικό θέαμα. Stewart και Rindt εναλλάσσονταν στην 1η θέση εκμεταλλευόμενοι το slipstreaming για 68 ολόκληρους γύρους. Στον τελευταίο γύρο ο Rindt πέρασε στην 1η θέση μόνο για να τον περάσει ξανά ο Σκωτσέζος. Ήταν ο πιο κοντινός τερματισμός τεσσάρων μονοθεσίων της ιστορίας καθώς τους: Stewart-Rindt-Beltoise και Mc Laren τους χώριζαν 0,19sec. Μάλιστα η διαφορά των δύο πρώτων ήταν 0,08sec! Με αυτή τη νίκη ο Stewart κατέκτησε τον πρώτο του τίτλο με τρείς αγώνες να απομένουν για την ολοκλήρωση της σεζόν.

10

Ο τερματισμός του Ιταλικού GP του 1969. Νο 20 Stewart – Νο 4 Rindt

Ακολούθησαν τρία GP στην Αμερικανική Ήπειρο. Στον Καναδά στην pole βρισκόταν ο Ickx με τον Rindt στην 3η θέση. Στην εκκίνηση ο Rindt βρέθηκε στην πρωτοπορία του αγώνα ακολουθούμενος από τους: Ickx, Beltoise και Stewart, αλλά ο Σκωτσέζος κινήθηκε γρήγορα και μέχρι τον 6ο γύρο τους προσπέρασε όλους. Δύο γύρους αργότερα ο Ickx πέρασε τον Αυστριακό και τον άφησε στην 3η θέση. Ο Ickx έκανε κίνηση για να περάσει τον Stewart, αλλά είχαν επαφή και κατέληξαν σε τετ-α-κε, με τον Σκωτσέζο να μην μπορεί να συνεχίσει τον αγώνα κι έτσι ο Βέλγος πήρε τη νίκη. Ο Rindt τερμάτισε στην 3η θέση πίσω από τον Brabham ο οποίος τον είχε περάσει στον 60ο γύρο.

Στις Η.Π.Α. ο Jochen βρισκόταν για 5η φορά στην pole και αυτή τη φορά τίποτα δεν του στάθηκε εμπόδιο για να φτάσει στην 1η νίκη της καριέρας του. Αν και ο Stewart κατάφερε να τον περάσει στον 12ο γύρο, ο Rindt πήρε πίσω τη θέση του εννέα γύρους μετά και δεν απειλήθηκε ξανά από κανέναν. Ήταν η πρώτη νίκη Αυστριακού πιλότου. Ωστόσο ήταν μια γλυκόπικρη στιγμή για την Lotus. Ο Hill είχε μία έξοδο στον 88ο από τους 108 γύρους και χρειάστηκε να βγεί από το μονοθέσιο του για να το σπρώξει και να συνεχίσει τον αγώνα του. Κατάφερε να το βάλει μπροστά, αλλά δεν μπορούσε να δέσει μόνος του τις ζώνες του. Πιθανόν η έξοδος εκτός πίστας προκάλεσε κλατάρισμα σε ένα από τα ελαστικά της Lotus και πριν προλάβει να μπει στα pits, έχασε τον έλεγχο του μονοθεσίου, χτύπησε σε ένα ανάχωμα και αναποδογύρισε. Ο Hill εκσφενδονίστηκε από το μονοθέσιο και κατέληξε σαν πάνινη κούκλα στο έδαφος με τα δυο του πόδια σπασμένα. Η σεζόν ολοκληρώθηκε με νίκη του Hulme στο Μεξικό και τον Rindt να εγκαταλείπει για 6η φορά μέσα στη σεζόν.

11

Jochen Rindt-Colin Chapman. Η σχέση των δύο ανδρών δεν ήταν ποτέ εύκολη

Μερίδα του Τύπου της εποχής θεωρούσε τον Rindt ως τη μόνη σοβαρή απειλή για τον Stewart, παρόλο που ο Αυστριακός κατατάχθηκε μόλις στην 4η θέση των οδηγών. Κέρδισε κατά κράτος τον δύο φορές παγκόσμιο πρωταθλητή και team-mate του, Graham Hill, με 9-0. Η αναξιοπιστία της Lotus και η συχνή της εμπλοκή σε ατυχήματα είχε σαν αποτέλεσμα οι σχέσεις του με τον Colin Chapman να είναι τεταμένες. Μετά το ατύχημα στην Ισπανία, ο Rindt έγραψε σε μία επιστολή του στον Chapman: “Μπορώ να οδηγήσω μόνο αυτοκίνητο που το εμπιστεύομαι και θεωρώ ότι το σημείο στο οποίο δεν θα εμπιστεύομαι τα δικά σου αυτοκίνητα, είναι πολύ κοντά”. Επιπλέον ο Rindt ασκούσε δημόσια κριτική στην Lotus χαρακτηρίζοντας τα μονοθέσια της επικίνδυνα και αναξιόπιστα.

121970 Παγκόσμιος Πρωταθλητής Formula 1

Το 1970 εμφανίστηκε ένας νέος κατασκευαστής στην F1. Ήταν η March engineering, η οποία πρωτοεμφανίστηκε το 1969 στην Formula 3. Ιδρυτές της ήταν οι: Μax Mosley (διατέλεσε Πρόεδρος της FIA 1993-2009), Αlan Rees (οδηγός αγώνων), Graham Coaker (μηχανικός) και Robin Herd (μηχανικός-σχεδιαστής). Μάλιστα το όνομα της εταιρίας προέκυψε από τα αρχικά των ονομάτων των ιδρυτών της. Οδηγοί της νεοσύστατης ομάδας ήταν ο πρώην οδηγός της Ferrari, Chris Amon και ο Jo Siffert. Στο “στρατόπεδο” της Matra International, κατόπιν μίας επιχειρηματικής συμφωνίας με τον Γάλλο κατασκευαστή αυτοκινήτων Simca, η Matra ζήτησε από την περσινή πρωταθλήτρια ομάδα του Ken Tyrrell, να χρησιμοποιήσει τον δικό της V12 κινητήρα αντί του V8 της Cosworth. O Stewart δοκίμασε τον V12 αλλά τον βρήκε υποδεέστερο του V8, ενώ παράλληλα οι βασικοί χρηματοδότες του Tyrrell ήταν οι Ford και η Γαλλική εταιρία πετρελαιοειδών Elf. Πως μεταφράζονται αυτά; Η Simca ανήκε στην Chrysler που ήταν βασική αντίπαλος της Ford και η Elf είχε συνεργασία με την Renault που απέκλειε οποιαδήποτε στήριξη σε σύμμαχο της Simca, που ήταν αντίπαλος της Renault. Ο Tyrrell είχε ελάχιστες εναλλακτικές. Επέλεξε να κρατήσει τον Cosworth κινητήρα και να αλλάξει σασί από Matra σε March. Αυτή του η απόφαση οδήγησε στην επιστροφή της εργοστασιακής ομάδας της Matra στηv ενεργό δράση.

Η Lotus ήταν απασχολημένη με την εξέλιξη της 72άρας, του νέου μονοθεσίου της και στη Ν.Αφρική αγωνίστηκε με την παλιά 49C. O Graham Hill επέστρεψε στα paddocks με την Rob Walker Racing, μετά τον σοβαρό τραυματισμό του στο περσινό GP των Η.Π.Α. Ο Rindt εκκινούσε από την 4η θέση και στον 1ο γύρο είχε επαφή με τον Amon με αποτέλεσμα να “πληγώσει” την Lotus του και να χάσει πολλές θέσεις. Τελικά δεν κατάφερε να τερματίσει καθώς 8 γύρους πριν το τέλος εγκατέλειψε από κινητήρα. Ο 44 χρονος Jack Brabham πήρε την τελευταία νίκη της καριέρας του, παρόλο που βρέθηκε στην 6η θέση μετά την επαφή των Rindt-Amon. Hulme και Stewart συμπλήρωσαν το βάθρο με τον Hill στην 6η θέση, ο οποίος χρειάστηκε τη βοήθεια τρίτων για να βγει από το μονοθέσιο του μετά το τέλος του αγώνα.

Στην Jarama για το Ισπανικό GP η 72άρα ήταν ετοιμοπόλεμη αλλά ο Rindt κατάφερε να την κατατάξει μόλις στην 8η θέση ενώ ο team-mate του, John Miles, δεν κατάφερε καν να προκριθεί για τον αγώνα. Στην pole βρισκόταν ο Brabham. Λίγο πριν την ολοκλήρωση του 1ου γύρου, ο Jackie Oliver της BRM έχασε τον έλεγχο σε μία φουρκέτα και εμβόλισε την Ferrari του Jacky Ickx. Τα δύο μονοθέσια τυλίχθηκαν στις φλόγες, αλλά ως εκ θαύματος οι οδηγοί γλίτωσαν τα χειρότερα με μικροτραυματισμούς συν ελαφρά εγκαύματα που υπέστη ο Ickx. Η ομάδα της BRM φοβούμενη μία πιθανή δυσλειτουργία στην ανάρτηση των μονοθεσίων της, απέσυρε αμέσως τον Pedro Rodriguez. O Stewart χάρισε στο σασί της March την πρώτη του νίκη μόλις στο 2ο επίσημο GP συμμετοχής του, με τους Mc Laren και τον μελλοντικό παγκόσμιο πρωταθλητή, Mario Andretti, να συμπληρώνουν την νικητήρια τριάδα. Ο Rindt εγκατέλειψε νωρίς για δεύτερη συνεχόμενη φορά, με πρόβλημα στην ανάφλεξη.

Ακολούθησε το GP του Μονακό. Δύο εβδομάδες πριν, διεξήχθη το ανεπίσημο GP International Trophy στο Silverstone, όπου η Lotus έτρεξε με δύο καινούριες 72άρες. Η ομάδα του Chapman δεν ήταν χαρούμενη, καθώς το νέο μονοθέσιο δεν ήταν όσο άκαμπτο θα ήθελαν και παρουσίαζε αστάθεια. Το πρόβλημα εντοπιζόταν στην ανάρτηση, η οποία σχεδιάστηκε έτσι ώστε να μην “γονατίζει” το εμπρός μέρος στο φρενάρισμα και να μην “βυθίζεται” το πίσω μέρος κατά την επιτάχυνση. Κατά τα άλλα η 72 ήταν πολύ μπροστά από την εποχή της, διαθέτοντας επαναστατικά τεχνικά χαρακτηριστικά όπως: δισκόφρενα τοποθετημένα εσωτερικά του σασί και όχι πίσω από τους τροχούς, ενώ εισήγαγε την χρήση δύο ψυγείων, αντί για ένα, τοποθετημένα όχι εμπρός αλλά στα πλαϊνά του μονοθεσίου. Αποτέλεσμα της τοποθέτησης των ψυγείων στα πλαϊνά, ήταν να προκύψει μία εξαιρετική εμπρός πτέρυγα, η οποία είχε λιγότερη αντίσταση στον αέρα και προσέφερε υψηλότερες ταχύτητες. Καθώς τα προβλήματα δεν είχαν ακόμη λυθεί, η Lotus αγωνίστηκε με την 49C. Για δεύτερη φορά σε τρία επίσημα GP στην pole βρισκόταν ο Stewart με τον Chris Amon δίπλα του, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο την δυναμική της νεοφερμένης March.

O Rindt είχε καταταχθεί στην 8η θέση. Ο αγώνας ξεκίνησε με τους: Stewart, Amon, Brabham, Beltoise και Ickx να κυνηγούν την πρώτη θέση. Στον 12ο γύρο ο Ickx εγκατέλειψε και στον 22ο ο Beltoise είχε την ίδια μοίρα. Πέντε γύρους μετά ο κινητήρας του Stewart άρχισε να ρετάρει και ο Σκωτσέζος μπήκε στα pits. Τον αγώνα πλέον οδηγούσε ο Brabham με τους Amon, Hulme και Rindt να ακολουθούν. Ο Αυστριακός είχε περάσει τον Henri Pescarolo στον 36ο γύρο. Στα μισά του αγώνα ο Hulme αντιμετώπισε πρόβλημα με το κιβώτιο και έγινε εύκολη λεία για τον Rindt, ενώ στον 61ο γύρο ο Amon, ο οποίος βρισκόταν στη 2η θέση, υπέστη αστοχία στην ανάρτηση και εγκατέλειψε. Με αυτόν τον τρόπο ο Jochen βρέθηκε στη 2η θέση, δεκαπέντε sec. πίσω από τον Brabham. Ο Αυστραλός πήγαινε με σταθερό ρυθμό για τη νίκη ενώ ο Rindt πήγαινε “πάτωμα” για να μειώσει τη διαφορά. Ένα γύρο πριν το τέλος οι δυο τους βρίσκονταν πολύ κοντά και μπαίνοντας στον τελευταίο (80ο) γύρο ο Αυστραλός επιχείρησε να ρίξει γύρο στον Piers Courage. Στη στροφή Rascasse φρέναρε αργά όντας στην “ακάθαρτη” γραμμή της πίστας, με αποτέλεσμα να μπλοκάρει τους τροχούς του και να πέσει πάνω στις μπαριέρες. Ο Rindt πέρασε πρώτος και πήρε τη νίκη με την θεωρητικά απαρχαιωμένη 49C, πετυχαίνοντας τον ταχύτερο γύρο στο τέλος του αγώνα, 2 sec. κάτω από τον περσινό ταχ. γύρο. Ήταν η τελευταία νίκη της 49άρας.

Επόμενος αγώνας ήταν το Βελγικό Spa, μετά απο ένα χρόνο απουσίας του από το καλεντάρι της F1. Στις ελεύθερες δοκιμές ο Rindt αντιμετώπισε πρόβλημα με την 72άρα και τελικά οδήγησε την 49C του Miles. Όταν η 72 διορθώθηκε, ο Miles ήταν αυτός που έκατσε στο κόκπιτ της. Τα προβλήματα για τον Αυστριακό δεν σταμάτησαν, αφού οι μηχανικοί της Lotus αναγκάστηκαν να αλλάξουν κινητήρα στην 49C για τον αγώνα. Ωστόσο ο Rindt είχε πετύχει τον δεύτερο καλύτερο χρόνο και θα εκκινούσε πίσω από τον Stewart. Στην εκκίνηση ο Rindt πήρε το προβάδισμα, αλλά στο τέλος του 1ου γύρου βρέθηκε πίσω από τους: Amon, Stewart και Rodriguez στην 4η θέση. Στον 5ο γύρο ο Μεξικανός οδηγός της BRM βρισκόταν στην 1η θέση έχοντας περάσει τους Stewart και Amon. Στη συνέχεια ο Brabham πίεσε και πέρασε τους Stewart και Rindt οι οποίοι εγκατέλειψαν από κινητήρα στον 14ο και στον 10ο γύρο αντίστοιχα. Ο Pedro Rodriguez είδε πρώτος την καρό σημαία με τους Amon και Beltoise να ακολουθούν. Ήταν η δεύτερη και τελευταία νίκη του Μεξικανού οδηγού και η πρώτη για την BRM από το Μονακό του 1966. Με τέσσερις διαφορετικούς νικητές σε ισάριθμους αγώνες, το πρωτάθλημα ήταν εξαιρετικά αμφίρροπο.

Συνέχεια επί Ολλανδικού εδάφους στο Zandvoort με δύο σπουδαίους οδηγούς να κάνουν το ντεμπούτο τους. Ο Francois Cevert αντικατέστησε τον Johnny Servoz-Gavin στην Tyrrell. Ο τελευταίος ανακοίνωσε την απόσυρση του πριν το Spa, καθώς αντιμετώπιζε πρόβλημα όρασης μετά από έναν τραυματισμό που είχε σε αγώνα off-road. Η Ferrari “κατέβασε” δεύτερο μονοθέσιο για τον νεοφερμένο Clay Regazzoni, ο οποίος κατατάχτηκε στην 6η θέση. Η Ιταλική ομάδα έδειχνε ανταγωνιστική για πρώτη φορά μετά από χρόνια, με την 3η θέση του Ickx στις κατατακτήριες. Η Lotus έκανε σημαντική πρόοδο με την 72άρα και κατέβασε δύο μονοθέσια για τους Rindt και Miles.

Η βελτίωση του μονοθεσίου επιβεβαιώθηκε από την pole position που πέτυχε ο Αυστριακός. Στην εκκίνηση ο Ickx πήρε την πρωτοπορία με τους Rindt και Jackie Oliver να ακολουθούν. Ωστόσο στον 3ο γύρο μπαίνοντας στην φουρκέτα Tarzan, ο Rindt πέρασε τον Ickx από την εξωτερική και από εκεί και μετά κανείς δεν μπόρεσε να αγγίξει την Lotus, η οποία πήρε τη νίκη με διαφορά 30sec. από την Tyrrell του Stewart. Νίκη που δεν μπόρεσε να χαρεί ο Jochen καθώς άλλη μία “μαύρη” σελίδα θα προστίθετο στην ιστορία της F1. Στον 22ο γύρο ο Piers Courage, οδηγός της ομάδας του Frank Williams, έσπασε την ανάρτηση της De Tomaso πατώντας στο curb και το μονοθέσιο έφυγε ευθεία στο ανάχωμα, με αποτέλεσμα να ανατραπεί και να τυλιχθεί στις φλόγες. Κατά την σύγκρουση ένας τροχός έσπασε και πιθανολογείται ότι χτύπησε τον άτυχο Βρετανό στο κεφάλι, σκοτώνοντας τον ακαριαία.

O Rindt μετά τη νίκη του στην Ολλανδία είχε 18 βαθμούς, έναν λιγότερο απο τον πρωτοπόρο Stewart. Επόμενος σταθμός του Πρωταθλήματος ήταν το Γαλλικό GP στην πίστα Charade. Η Γαλλική πίστα ποτέ δεν του άρεσε καθώς του προκαλούσε ναυτία και η δυσαρέσκεια του γι’ αυτήν έφτασε στο ζενίθ, όταν κατά τη διάρκεια των δοκιμών τραυματίστηκε στο μάγουλο, από μία πέτρα που εκσφενδονίστηκε από προπορευόμενο μονοθέσιο. Η ειρωνεία ήταν πως ενώ μπορούσε να χρησιμοποιήσει το νέο full face κράνος του προτίμησε το παλιομοδίτικο ανοιχτό, καθώς το κλειστό του φάνηκε ζεστό και αποπνικτικό. Τα 12κύλινδρα μηχανικά σύνολα έδειξαν την υπεροχή τους σε αυτό τον αγώνα, με τους Ickx και Beltoise να καταλαμβάνουν τις θέσεις 1 και 2, με Ferrari και Matra αντίστοιχα.

O Rindt βρισκόταν στην 6η θέση. Ο αγώνας ξεκίνησε με τoυς Ickx και Beltoise να διατηρούν τις θέσεις τους και τον Stewart να ακολουθεί. Στον 7ο γύρο, ο Rindt πέρασε τον Amon για την 3η θέση. Νωρίτερα ο Stewart αντιμετώπισε πρόβλημα και μπήκε στα pits. Στον 15ο γύρο ο Beltoise πέρασε τον Ickx και έτσι ένα Γαλλικό μονοθέσιο, με Γάλλο πιλότο οδηγούσε την κούρσα στο Γαλλικό GP. Δύο γύρους μετά ο Ickx μπήκε στα pits καθώς ο επίπεδος 12κύλινδρος ρετάριζε και στην 2η θέση βρέθηκε ο Rindt, 15sec. πίσω από τον πρωτοπόρο Beltoise. Οι δυο τους ξεκίνησαν να “ανταλλάζουν” ταχύτερους γύρους, αλλά στον 23ο γύρο η διαφορά τους μειώθηκε στα 10sec. και στον επόμενο στα 5sec. Ήταν προφανές ότι κάτι συνέβαινε στη Matra. Στον 25ο γύρο η Lotus είχε κολλήσει πίσω από το Γαλλικό μονοθέσιο και ένα γύρο μετά ο Αυστριακός πέρασε τον Γάλλο. Ο τελευταίος μπήκε στα pits και όταν επέστρεψε στην πίστα βρισκόταν στην 10η θέση. Όπως αποδείχθηκε, είχε ένα αργό κλατάρισμα στο πίσω ελαστικό. Ο Rindt πήρε τη νίκη με διαφορά 7,5sec. από τον 2ο Amon, με τον Brabham να συμπληρώνει το βάθρο.

Στη Βρετανία και στο Brands Hatch, η Lotus “κατέβασε” τρία αυτοκίνητα με τον Βραζιλιάνο μελλοντικό δις πρωταθλητή, Emerson Fittipaldi, ανερχόμενο ταλέντο τότε, να κάνει το ντεμπούτο του οδηγώντας την παλιά 49C. Λέγεται ότι ο Rindt είχε ανακοινώσει στον Chapman ότι σκόπευε να αποσυρθεί στο τέλος της σεζόν, οπότε έτσι δικαιολογείται η δοκιμή του Βραζιλιάνου. Στην εκκίνηση του αγώνα ο Rindt αν και βρισκόταν στην pole, έχασε δύο θέσεις από τους Ickx και Brabham, με τον Βέλγο να κερδίζει τον Αυστραλό στα φρένα για το πέταλο Druids. Μπαίνοντας στον 7ο γύρο ο Ickx αντιμετώπισε πρόβλημα με το κιβώτιο και εγκατέλειψε, ενώ εκείνη την ώρα ο Jochen έκανε την κίνηση του και πέρασε τον Black Jack. Τότε ξεκίνησε το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, με τον τρις φορές Πρωταθλητή κολλημένο στην ουρά της Lotus για 60+ γύρους, περιμένοντας υπομονετικά το λάθος του Αυστριακού. Τελικά στον 69ο γύρο μία αδέξια αλλαγή ταχύτητας απο πλευράς Rindt, ήταν αυτό που χρειαζόταν ο Αυστραλός για να περάσει στην πρώτη θέση. Ωστόσο στον τελευταίο γύρο, μία στροφή πριν την ευθεία εκκίνησης-τερματισμού, ο V8 της Brabham BT33 έσβησε καθώς τα καύσιμα είχαν τελειώσει. Ο Rindt πέρασε στην 1η θέση και πήρε την τρίτη του σερί νίκη. Μία νίκη η οποία τέθηκε υπό αμφισβήτηση, καθώς μετά το τέλος του αγώνα ο Rindt αποκλείστηκε επειδή η πίσω πτέρυγα της Lotus βρέθηκε πάνω απο το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο ύψους. Τελικά χρειάστηκαν κάποιες ώρες για να ανακαλέσουν οι κριτές την απόφαση τους, αφού πρώτα ερεύνησαν το μονοθέσιο και βεβαιώθηκαν ότι η πτέρυγα δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί παράνομη.

Όγδοος σταθμός του Πρωταθλήματος του 1970 ήταν το Γερμανικό GP, το οποίο για πρώτη φορά στην ιστορία της F1 θα διεξαγόταν εκτός Nurburgring, μετά από πιέσεις της Ένωσης Οδηγών Grand Prix για βελτίωση των μέτρων ασφαλείας. Έτσι ο αγώνας διεξήχθη στο Hockenheim, το οποίο είχε βελτιωθεί μετά το θάνατο του Jim Clark δυο χρόνια πριν, καθώς είχαν τοποθετηθεί προστατευτικές μπαριέρες κατά μήκος όλης της διαδρομής της πίστας. Η Ferrari έδειχνε ανταγωνιστική και κατέλαβε τις θέσεις 1 (Ickx) και 3 (Regazzoni) του grid, με τον Rindt να κατατάσσεται δεύτερος. Στον αγώνα οι Ickx και Rindt δώσανε σκληρή μάχη μεταξύ τους, με την πρώτη θέση να αλλάζει χέρια αρκετές φορές. Ωστόσο μετά από 50 γύρους μαινόμενης καταδίωξης, ο Αυστριακός πέρασε πρώτος την γραμμή του τερματισμού με τον Βέλγο να ακολουθεί 0,7sec. πίσω. Για να γίνει αντιληπτή η ένταση της μονομαχίας, ο Denny Hulme που τερμάτισε 3ος βρισκόταν 80sec. πίσω.

Ο Rindt είχε πετύχει την τέταρτη συνεχόμενη νίκη του και πέμπτη της σεζόν και προηγούνταν 20 βαθμούς έναντι του 2ου Jack Brabham. Ο επόμενος αγώνας ήταν το “εντός έδρας” Αυστριακό GP που εγκαινίασε την ολοκαίνουρια πίστα του Osterreichring, με τον πρωτοπόρο της βαθμολογίας να βρίσκεται στην pole και τις δύο Ferrari να ακολουθούν. Πολλές ομάδες με κινητήρες Cosworth βρίσκονταν σε φθίνουσα πορεία, καθώς είχαν αρχίσει να εμφανίζονται προβλήματα αξιοπιστίας του κινητήρα. Πέραν τούτου, το γεγονός ότι οχτώ ομάδες προμηθεύονταν τέτοιους κινητήρες, δυσκόλευε το εργοστάσιο να παρέχει επαρκή ανταλλακτικά και σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και κινητήρες. Η Lotus ήταν απασχολημένη με το στένεμα των εισαγωγών αέρα των ψυγείων, καθώς υπήρξαν διαμαρτυρίες από ομάδες, ότι το μονοθέσιο της ξεπερνούσε το μέγιστο επιτρεπόμενο από τους κανονισμούς πλάτος.

Ο αγώνας ξεκίνησε με τους Regazzoni και Ickx να παιρνούν μπροστά από τον Rindt και εξελίχθηκε ακόμα πιο άσχημα για τον Αυστριακό, όταν στην προσπάθεια του να αποφύγει λάδια στην πίστα στον 3ο γύρο έχασε άλλες τρείς θέσεις, πέφτοντας στην 6η θέση. Παρ’ όλα αυτά κατάφερε να κερδίσει δύο θέσεις και να βρεθεί στην 4η θέση 8sec. μακριά από την πρώτη τριάδα. Στον 21ο γύρο ο κινητήρας της Lotus έσπασε προς απογοήτευση του Αυστριακού κοινού. Τον αγώνα κέρδισε ο Ickx, ακολουθούμενος από τον Regazzoni για το 1-2 της Ferrari με 3ο τον Γερμανό Stommelen της Brabham 1,5min πίσω από τα κόκκινα μονοθέσια. Συνολικά 5 κινητήρες Cosworth “παρέδωσαν πνεύμα” στον αγώνα. Οχτώ δωδεκακύλινδρα μονοθέσια εκκίνησαν και τερμάτισαν τον αγώνα, εν αντιθέση με τα 15 οχτακύλινδρα της Cosworth εκ των οποίων τερμάτισαν μόλις τα 6.

Μετά το 1-2 της Ferrari στην Αυστρία, ακολούθησε το Ιταλικό GP στην Monza και οι προσδοκίες ήταν υψηλές για την Scuderia. Αποδείχθηκε πράγματι ότι τα κόκκινα μονοθέσια ήταν πολύ γρήγορα, με τους Ickx και Regazzoni να κατατάσσονται στην 1η και 3η θέση αντίστοιχα και τον 3ο οδηγό, Ignazio Giunti, στην 5η θέση. Η Lotus είχε διαθέσιμες τρείς 72άρες για τους οδηγούς της και επιτέλους είχε παραδώσει στην Rob Walker Racing το πολυπόθητο νέο μονοθέσιο, για λογαριασμό του Graham Hill. Η Tyrrell εμφανίστηκε με μονοθέσιο δικής της κατασκευής, την 001, την οποία είχε εξελίξει με άκρα μυστικότητα, ωστόσο λόγω προβλημάτων “νεότητας” δεν χρησιμοποιήθηκε στον αγώνα. Πολλές ομάδες, συμπεριλαμβανομένης και της Lotus, αφαίρεσαν την πίσω πτέρυγα σε μία προσπάθεια να επιτύχουν υψηλότερη τελική ταχύτητα, προκειμένου να ανταγωνιστούν τις Ferrari. Στις δοκιμές της Παρασκευής ο Fittipaldi είχε έξοδο πριν την Parabolica, ευτυχώς χωρίς να τραυματιστεί. Στις δοκιμές του Σαββάτου όμως επικράτησε νεκρική σιγή στα paddocks, μετά από σφοδρό ατύχημα στο ίδιο σημείο με εμπλεκόμενο τον Rindt. Δυστυχώς δεν άργησε να επιβεβαιωθεί αυτό που φοβόντουσαν όλοι.

Ο Jochen είχε εκπνεύσει κατά την μεταφορά του στο νοσοκομείο. Ήταν 28 ετών. Ο καλός του φίλος και ανεπίσημος μάνατζερ του, Bernie Ecclestone, κουβάλησε το σμπαραλιασμένο κράνος του πίσω στα pits. Ο Denny Hulme που βρισκόταν πίσω από τον Rindt τη στιγμή του ατυχήματος, ανέφερε ότι είδε την Lotus να παρεκκλίνει δεξιά-αριστερά-δεξιά, μετά απο έντονο φρενάρισμα από σχεδόν 300 χλμ/ώρα και να στρίβει απότομα αριστερά προσκρούοντας στις προστατευτικές μπάρες. Ο Rindt συνήθιζε να χρησιμοποιεί τα τέσσερα από τα πέντε σημεία της ζώνης, αποφεύγοντας αυτό που ασφάλιζε στον καβάλο, με αποτέλεσμα κατά την πρόσκρουση να υποστεί θανάσιμα τραύματα στο λαιμό εξαιτίας της πόρπης. Η Lotus απέσυρε άμεσα όλα τα αυτοκίνητα της από τον αγώνα. Μετέπειτα έρευνες έδειξαν ότι το ατύχημα προκλήθηκε από αστοχία του μπροστινού άξονα φρένων. Οι Ιταλικές Αρχές άσκησαν δίωξη στον Colin Chapman ο οποίος απαλλάχτηκε από όλες τις κατηγορίες το 1976. Για την ιστορία, ο Clay Regazzoni πήρε την 1η νίκη της καριέρας του, σε έναν αγώνα όπου τέσσερις διαφορετικοί οδηγοί διεκδίκησαν την νίκη, με την πρώτη θέση να αλλάζει χέρια 28 φορές.

13

Τα απομεινάρια της Lotus 72 μετά το ατύχημα στις δοκιμές του Σαββάτου

Απέμεναν τρία GP επί Αμερικανικού εδάφους για να ολοκληρωθεί η σεζόν. Ο πρωτοπόρος της βαθμολογίας ήταν νεκρός, αλλά το σόου έπρεπε να συνεχιστεί. Ο Rindt ήταν 20 βαθμούς μπροστά από τους Stewart και Brabham, όταν ο θίασος της F1 βρέθηκε στην Mont-Tremblant για το Καναδικό GP. Τον αγώνα κέρδισε ο Jacky Ickx για την Ferrari, αφού ο πρωτοπόρος του αγώνα Stewart εγκατέλειψε και πλέον ο Ickx ήταν 2ος στο βαθμολογικό πίνακα, 17 βαθμούς πίσω από τον Rindt (45-28). Πράγμα που σήμαινε ότι ο Βέλγος έπρεπε να κερδίσει και τους δύο αγώνες για να γίνει πρωταθλητής.

Στο Watkins Glen των Η.Π.Α. η Lotus επέστρεψε προκειμένου να υπερασπιστεί το προβάδισμα του Rindt. Ο Fittipaldi ήταν πλέον ο Νο 1 οδηγός και ο Σουηδός Reine Wisell αντικατέστησε τον πολύ μέτριο, John Miles. Ο Ickx είχε το πλεονέκτημα της pole αλλά δεν μπόρεσε να το εκμεταλλευτεί, καθώς ο Stewart πέρασε 1ος στην εκκίνηση. Στα μισά του αγώνα ο Ickx μπήκε στα pits με σπασμένο σωληνάκι καυσίμου και όταν επέστρεψε στην πίστα, βρισκόταν στην 12η θέση. Ο Stewart πήγαινε για τη νίκη αλλά ο κινητήρας του παρέδωσε πνεύμα στον 83ο γύρο, οπότε μπροστά ανέλαβε ο Rodriguez με την BRM. Στο μεταξύ ο Ickx κατάφερε και βρέθηκε στην 4η θέση και μπροστά του είχε τις δύο Lotus. O Fittipaldi αν και βρέθηκε στην 8η θέση μετά την εκκίνηση, πλέον ήταν 20sec. πίσω από τον πρωτοπόρο Rodriguez. Στον 101ο από τους 108 γύρους, ο Μεξικάνος αναγκάστηκε να μπει στα pits για ανεφοδιασμό, κάτι που του στοίχισε σε χρόνο, τόσο ώστε να περάσει στην 1η θέση ο Βραζιλιάνος ο οποίος πήρε την 1η νίκη της καριέρας του. Ο Ickx τερμάτισε στην 4η θέση πίσω από τους Rodriguez και Wisell πράγμα που σήμαινε πως ο Rindt ήταν ο Παγκόσμιος Πρωταθλητής για το 1970.

Σημείωση: Ο Ickx κέρδισε το τελευταίο GP της σεζόν στο Μεξικό και έφτασε τους 40 βαθμούς, 5 λιγότερους από τον Παγκόσμιο Πρωταθλητή.

Ο Jochen άφησε πίσω του την σύζυγο του Nina και την δίχρονη κόρη του Natasha. Το τρόπαιο του Πρωταθλητή παρέλαβε η σύζυγος του, από τον πολύ καλό του φίλο Jackie Stewart, στις 18 Νοεμβρίου 1970 σε μία τελετή στο Παρίσι. Ο Rindt στην αγωνιστική του πορεία στην Formula 1, υπήρξε όχι μόνο φίλος αλλά και σύμμαχος του Stewart, στην προσπάθεια του τελευταίου για βελτίωση της ασφάλειας των αγώνων. Η παρουσία του στο άθλημα ήταν καθοριστική για τους Αυστριακούς, το ενδιαφέρον των οποίων αυξήθηκε κατακόρυφα για τον μηχανοκίνητο αθλητισμό και ειδικότερα για την F1. Να σημειωθεί ότι την περίοδο που αγωνιζόταν, δύο πίστες κατασκευάστηκαν στην Αυστρία. Το Salzburgring το 1968 και το Osterreichring το 1969 (μετέπειτα Α1-Ring και πλέον Red Bull Ring). Μάλιστα η προτελευταία στροφή του Red Bull Ring φέρει το όνομα του. Το περίφημο Essen Motor Show είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον Rindt. Ο Αυστριακός οδηγός είχε διοργανώσει το 1965 την πρώτη έκθεση αγωνιστικών αυτοκινήτων στην Αυστρία. Η έκθεση εξελίχθηκε σε ετήσιο γεγονός και το 1970 μετά το θάνατο του μεταφέρθηκε στην Γερμανική πόλη Essen.

14

Η Nina Rindt παραλαμβάνει το τρόπαιο του Πρωταθλητή

Αν και επωφελήθηκε δύο φορές από ατυχίες του Jack Brabham, μία στο Μονακό και άλλη μία στο Brands Hatch (η βαθμολογία θα μπορούσε να είναι 31-30 υπέρ του Αυστραλού μετά το Βρετανικό GP αντί για 36-25) η ιστορία έδειξε ότι ο Αυστραλός δεν είχε ελπίδες για το πρωτάθλημα μετά το α΄μέρος της σεζόν. Ο Ickx ήταν πολύ ανταγωνιστικός στο β΄μισό του πρωταθλήματος και αν είχε κερδίσει στο Watkins Glen, μάλλον θα διαβάζατε γι΄αυτόν τώρα και όχι για τον Rindt. Ωστόσο προσωπικά θεωρώ δίκαιο το γεγονός ότι τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι, ώστε ο Rindt να αναδειχθεί Πρωταθλητής έστω και μετά θάνατον, πράγμα που δε συνέβη με τον παιδικό του ήρωα, τον Von Trips. Τους Πρωταθλητές δεν τους ξεχνά ποτέ κανείς, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Γιατί το όνομα τους “ζει” μέσα από την Ιστορία και αυτό είναι η δικαίωση για ανθρώπους σαν τον Rindt, που έχασαν την ζωή τους νωρίς κάνοντας αυτό που αγαπούσαν.

15

Ο Rindt χαρακτήρισε την Lotus 72 ” το καλύτερο αγωνιστικό που υπάρχει αυτή τη στιγμή”