Πριν 2 χρόνια στο σαλόνι του Τοκυο, η Yamaha είχε παρουσιάσει το motobot. Ένα ανδροειδές που ήταν σχεδιασμένο να οδηγάει μοτοσυκλέτα και τι μοτοσυκλέτα, την Yamaha YZF R1M, την ναυαρχίδα των “τριών διαπασών”, που δανείζεται τεχνολογία από την YZR M1 του MotoGP. Το mototbot ήταν τοποθετημένο σε μια κατά τ’άλλα κανονική μοτοσυκλέτα και με αυτό εννοώ πως δεν πρόκειται για μια R1 με τεχνολογίες αυτόνομης οδήγησης. Η ιδέα πίσω από αυτό ήταν πως ένα robot μπορεί να λάβει πολλές παραμέτρους υπόψιν, να τις επεξεργαστεί και να λάβει την βέλτιστη λύση, λίγο πολύ όπως προσπαθούν να κάνουν τα πρώτα robot που ανταγωνίστηκαν τον άνθρωπο, οι σκακιστικές μηχανές.

Ειρήσθω εν παρόδω, οι μοτοσυκλέτες είναι αρκετά ευσταθή οχήματα και μπορεί να τις οδηγήσει και ένα αρκετά απλοϊκό ρομπότ που “δεν νοιώθει”, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι τηλεκατευθυνόμενες μοτοσυκλέτες που δεν έχουν κάποιου είδους γυροσκόπιο και τις στρίβεις τόσο μηχανικά, όσο ένα τηλεκατευθυνόμενο αυτοκινητάκι.

Η περίπτωση του motobot βεβαίως είναι πιο περίπλοκη αλλά επουδενί δεν έχει φτάσει στα ανθρώπινα όρια. Χωρίς να γνωρίζω λεπτομέριες, απ’όσα έχω καταλάβει, το δύσκολο σε ένα τέτοιο εγχείρημα είναι αρχικά η αντίληψη της θέσης στον χώρο και μετά η αποσταθεροποίηση της μοτοσυκλέτας για να στρίψει. Το στρίψιμο μιας μοτοσυκλέτας είναι εκτροπή από την θέση (την όρθια θέση) που ισορροπεί, όπως και το βάδισμα είναι στην ουσία μια μικροπτώση που εμπιστευόμαστε πως δεν θα πάει στραβά. Στην περίπτωση ενός ρομπότ το να προκαλέσει το ίδιο ανισορροπία είναι κάτι που γίνεται με δυσκολία, έτσι δύσκολα θα βρεις δίποδο ρομπότ που να περπατάει φυσιολογικά.

Δύο χρόνια λοιπόν μετά την παρουσίαση του motobot αποφάσισαν να βάλουν κόντρα με τον Valentino Rossi στην πίστα του Thunderhill east course (μια πίστα σαν των Σερρών σε μήκος και χάραξη). Το motobot έχασε κατά κράτος, αλλά αυτό ήταν λίγο πολύ αναμενόμενο. Πέρα από το promotion, στόχο είχαν να δείξουν πως μελετάνε την ανθρώπινη οδήγηση για να μάθει το motobot. Για την ιστορία ο Rossi γύρισε στο 1:25.740 ενώ το motobot στο 1:57.504! Η διαφορά αυτή σημαίνει πως ο Rossi στον τρίτο γύρο θα έριχνε γύρο στο motobot, αλλά έχοντας σαν οδηγό τους χρόνους στις Σέρρες, ο Rossi μάλλον οδήγησε πολύ χαλαρά αφού θεωρώ πως θα μπορούσε να ρίξει τον χρόνο κάτω από το 1:20, ίσως και κάτω από το 1:15 και το motobot με χρόνο κάτω από 2 λεπτά θα έλεγα πως γυρνάει όσο περίπου γυρνάει κάποιος που έχει πρώτη επαφή με την οδήγηση μοτοσυκλέτας σε πίστα.

Σημαντικό είναι να αναφέρω πως το motobot με σώμα από ανθρακονήματα είναι μόλις 45 κιλά όταν ο Rossi ζυγίζει 67, μια διαφορά 22 κιλών είναι αρκετά σημαντική αν αναλογιστούμε πως η R1 ζυγίζει περίπου 200 κιλά. Επιπλέον το motobot είναι αρκετά πιο αεροδυναμικό. Αυτό που δεν κάνει ακόμη όμως, είναι να έλεγχει το σώμα του. Ο Rossi μετακινεί το σώμα του συνεχώς πάνω στην μοτοσυκλέτα, επιρεάζοντας το κέντρο βάρους πράγμα που του δίνει κάποιο πλεονέκτημα. Η διαφορά των 32 δευτερολέπτων όμως δεν οφείλεται σε αυτό, όπως και οι ενεργητικές αναρτήσεις στην F1 δεν δίναν τέτοιας τάξης μεγέθους πλεονέκτημα. Η σωστή τοποθέτηση του σώματος παίζει ρόλο όταν είσαι κοντά στο όριο και θες να πάρεις το κάτι παραπάνω.

Αν και ίσως με θεωρείς ήδη λουδίτη μετά απ’όσα έχεις διαβάσει από εμένα, οι αμφιβολίες μου για την τεχνητή νοημοσύνη βασίζονται στο ότι δεν έχουμε κατανοήσει και ορίσει τι είναι νοημοσύνη, δεν έχουμε καταφέρει να την μαθηματικοποιήσουμε δηλαδή και στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να προσπαθούμε να “κλείσουμε το σύστημα”, δηλαδή να έχουμε προγραμματίσει κάθε παράμετρο. Αντιθέτως, τα νοήμονα όντα, με τρόπο ανεξήγητο για την ώρα, κατανοούν νέες εμπειρίες αλλά και δημιουργούν νέες.