Η Aμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC) κατέθεσε αγωγή κατά της VW και του Martin Winterkorn, πρώην CEO της, λόγω Dieselgate, κατηγορώντας την εταιρεία για “μαζική εξαπάτηση” έναντι των Αμερικανών επενδυτών στις ΗΠΑ.

Η προσφυγή υποβλήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο και αναφέρει ότι από τον Απρίλιο του 2014 μέχρι τον Μάιο του 2015, η VW εξέδωσε πάνω από 13 δισ. δολάρια σε ομόλογα και εξασφαλισμένους με ενεργητικό τίτλους στις αγορές των ΗΠΑ, σε μία εποχή που τα ανώτερα στελέχη της γνώριζαν ότι πάνω από 500.000 αμερικανικά οχήματα με κινητήρες πετρελαίου διέθεταν παράνομο λογισμικό που τα έκανε να παραβιάζουν τα νόμιμα όρια εκπομπών ρύπων.

Η SEC συμπληρώνει πως η VW εξασφάλισε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, εκδίδοντας τους τίτλους με αποδόσεις πολύ χαμηλότερες από αυτές που θα είχαν, εάν ήταν γνωστή στο επενδυτικό κοινό η παραβίαση των κανόνων για τις εκπομπές ρύπων.

Η VW επανειλημμένα είπε ψέματα και παραπλάνησε τους επενδυτές, τους καταναλωτές και τις ρυθμιστικές αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών με την πώληση υποτιθέμενων καθαρών αυτοκινήτων ντίζελ και δισεκατομμυρίων δολαρίων εταιρικών ομολόγων και άλλων τίτλων στις Ηνωμένες Πολιτείες,

σημειώνεται.

Ρυθμιστικές αρχές και επενδυτές υποστηρίζουν ότι η VW θα έπρεπε να τους είχε ενημερώσει νωρίτερα για τις διαστάσεις του σκανδάλου, ενώ η VW ισχυρίζεται ότι δεν ήταν σαφές ότι θα αντιμετώπιζε δισ. δολάρια σε πρόστιμα και χρηματικές ποινές καθώς άλλοι κατέβαλαν πολύ μικρότερα ποσά για παρόμοια αδικήματα.

Στην αγωγή ζητείται να απαγορευθεί στον Winterkorn οποιαδήποτε θέση –στελέχους ή διευθυντή- σε αμερικανική εισηγμένη εταιρεία, και να ανακτηθούν τα «παρανόμως αποκτηθέντα κέρδη» μαζί με τα χρηματικά πρόστιμα και τους τόκους. Ο τέως CEO της VW έχει παραιτηθεί από τον Σεπτέμβριο του 2015, λίγο μετά την αποκάλυψη του Dieselgate και αντιμετωπίζει, επίσης, ποινικές κατηγορίες για συνωμοσία απόκρυψης και συγκάλυψης της υπόθεσης του Dieselgate από το 2018. Ωστόσο παραμένει στη Γερμανία και δεν πρόκειται ποτέ να τον εκδώσει το γερμανικό κράτος.

Η VW ισχυρίζεται ότι είναι νομικά αβάσιμη και εσφαλμένη ως προς τα πραγματικά περιστατικά η αναφορά της SEC και σκοπεύει να αμφισβητήσει τις κατηγορίες. Σύμφωνα με την VW, είναι πρωτοφανές να κατηγορείται μια εταιρεία για πώληση τίτλων σε εξειδικευμένους επενδυτές (όχι στο ευρύ επενδυτικό κοινό), οι οποίοι δεν υπέστησαν βλάβη, αλλά πληρώθηκαν κανονικά τους τόκους και τα χρεολύσια.

Η VW έχει ήδη συμφωνήσει να πληρώσει περισσότερα από 30 δισ. δολάρια σε σχέση με το σκάνδαλο, καλύπτοντας αξιώσεις ιδιοκτητών οχημάτων, ρυθμιστικών αρχών, πολιτειακών αρχών και αντιπροσώπων αυτοκινήτων και έχει ήδη προσφερθεί να αγοράσει από τους κατόχους τα 500.000 οχήματα, για τα οποία υπήρξαν πλασματικές μετρήσεις ρύπων.

Όμως, η SEC υπογραμμίζει ότι η εταιρεία δεν έχει επιστρέψει τα οφέλη εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων που αποκόμισε παράνομα εις βάρος των επενδυτών.