Η γιαγιά μου, μου είχε πει ότι θα μου πλέξει ένα σεμεδάκι για το καινούριο μου αυτοκίνητο, έτσι να οδηγάω και να τη θυμάμαι! Εγώ χαμογέλασα, σκέφτηκα ότι θέλει να’χω ένα σεμεδάκι πάνω από το ταμπλό για τις αντανακλάσεις, εντάξει δεν ήταν κακή ιδέα, ούτως ή άλλως, θα’βαζα ένα πετσετάκι εκεί, οπότε γιατί να μην έχω κάτι χειροποίητο; Ο καιρός περνούσε, και δεν είχα κάποιο νεότερο από το σεμεδάκι, και σκέφτηκα ότι θα το ξέχασε η καημένη η γιαγιά (καταραμένο alzheimer)! Ώσπου ένα πρωί ξυπνάω και πάω να κάνω φραπόγαλο, και βλέπω τη γιαγιά με ένα χαμόγελο μέχρι τ’αυτιά να μου λέει “το τελείωσα γιόκα μου“, αλλά δε κρατούσε τίποτα.

Ωραία” της λέω κι εγώ με χαρά, “πουντο, να πάω να το βάλω κατευθείαν πάνω να πάρει δέκα άλογα με τη μοντίφα αυτή το θηρίο“. “Εεε” λέει η γιαγιά, “καλά καλά, δε ξέρω εγώ από άλογα και γαϊδούρια γιόκα μου, αλλά το σεμεδάκι στο φτιαξα όπως μου πες για να μη στο χτυπάει ο ήλιος, και στο βαλα πάνω στο αμάξι για να σου κάνω έκπληξη“… βγαίνω κι εγώ με χαρά στο δρόμο, με τη παντόφλα, το μποξεράκι και κρατώντας το φραπόγαλο στο χέρι, και βλέπω αυτό… λες να το κρατήσω;