Vans-Courtesy-speedhunters.com_

Ο Sergio Marchionne παλεύει ώστε να πείσει την GM να συνεργαστούν και να δημιουργήσουν την μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία του κόσμου, και αν ο Sergio ήταν πιο αδίστακτος θα μπορούσε να πάρει ένα μάθημα από έναν έμπορο αυτοκινήτων των Buick-Pontiac-GMC στο Long Island της Νέας Υόρκης που κατάφερε και εξαπάτησε την General Motors το διάστημα μεταξύ 1980 και 1991, για περισσότερα από 6 δισ. δολάρια, πριν η εταιρία τον καταλάβει.

Πρόκειται για τον John McNamara που κατάφερε και έπεισε την GMAC (General Motors Acceptance Corporation – χρηματοδοτική εταιρία της GM) να του δώσει 6,2 δισ. δολάρια ώστε να πληρώσει 248.000 βανάκια που είχαν μετατραπεί για εξαγωγή, τα οποία ουσιαστικά δεν υπήρχαν ποτέ. Τελικά η General Motors και η GMAC έχασαν 436 εκατ. δολάρια, ποσό που ισοδυναμεί σήμερα με 725 εκατ. δολάρια, μιας και αποδείχτηκαν πολύ ανίκανες και πολύ γραφειοκράτες για να καταλάβουν την απάτη που τους είχε στήσει ο McNamara.

Φωτογραφία του McNamara δεν υπάρχει στο internet, μιας και πιστεύεται πως μπήκε στο Πρόγραμμα Προστασίας Μαρτύρων λίγα χρόνια μετά την καταδίκη του για απάτη το 1992. Γεννημένος το 1940, ο John McNamara ανέβαλε την αντιπροσωπεία της Buick του πατέρα του το 1978. Λίγο αργότερα πλησίασε την GMAC ζητώντας από αυτή να τον χρηματοδοτήσει ώστε να μετατρέπει βανάκια τα οποία στη συνέχεια θα εξαγόταν. Ο McNamara είπε στην GMAC πως τα βανάκια θα τα αγόραζε από την εταιρία Kay Industries που είχε έδρα στην Ιντιανάπολις, και στη συνέχεια θα εξήγαγε τα βανάκια στη Κύπρο όπου ο Κύπριος αγοραστής θα τα πωλούσε σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία. Τι ήταν όμως η Kay Industries; Τίποτα περισσότερο από ένα άδειο γραφείο που είχε συσταθεί από τον McNamara που μέσα του, το μοναδικό που υπήρχε ήταν ένα τηλέφωνο που προωθούσε τις κλήσεις που δεχόταν στις επιχειρήσεις του McNamara στο Long Island.

Κάπως έτσι ξεκίνησε η κομπίνα του McNamara ο οποίος αγόραζε μέσω της αντιπροσωπείας του τα υποτιθέμενα βανάκια από την Kay Industries και αφού κατασκεύαζε πλαστούς αριθμούς πλαισίου, έδινε τα τιμολόγια στην GMAC για να εξασφαλίσει την χρηματοδότηση. Τα βανάκια “φαντάσματα” στη συνέχεια πωλούνταν σε μια άλλη ψεύτικη εταιρία του McNamara, μια εταιρία εξαγωγών αυτοκινήτων με όνομα Harbor East Equities, η οποία με την σειρά της, τα πουλούσε στην επίσης ψεύτικη εταιρία στη Κύπρο με όνομα Cydonia Trading Ltd. Κάπως έτσι η Kay Industries “μετέτρεπε” χιλιάδες βανάκια κάθε μήνα, με την GMAC να δίνει περίπου 25.000 δολάρια ανά μονάδα στον McNamara.

Η GMAC έκανε το λάθος να αδιαφορήσει για το πως μια προηγουμένως άγνωστη εταιρεία μπορούσε να μετατρέπει χιλιάδες βαν κάθε μήνα, με τις αναφορές να θέλουν την εταιρία να μην πήγε ποτέ στα γραφεία της Kay Industries, να μην πήρε ποτέ τηλέφωνο στα γραφεία της στην Ιντιανάπολις για να μάθει κάποια επιπλέον πληροφορία σχετικά με την Kay Industries. Αντ’αυτού, η GMAC άλλαξε το λογισμικό των υπολογιστών της για να μπορέσει αυτό να δεχτεί τον επιπλέον όγκο, ενώ έκλεινε περιστασιακά και το γραφείο της στο Long Island ώστε οι εργαζόμενοι της να βοηθούσαν στην επεξεργασία της γραφειοκρατίας του McNamara. Η GMAC έδωσε στον McNamara χρονικό περιθώριο 60 ημερών για αποπληρώνει τα δάνεια που του είχε δώσε, το διπλάσιο από όσο έδινε σε άλλους, ενώ η τράπεζα μέσω της οποίας διακινούνταν τα χρήματα, επωφελήθηκε περί τα 50 εκατ. δολάρια.

Με την “επιχείρηση” του McNamara να λειτουργεί ρολόι, ο ίδιος δαπανούσε τα χρήματα δίχως να τα σκέφτεται. Αγόρασε ένα γήπεδο γκολφ στη Φλόριντα, ένα ιδιωτικό τζετ, περισσότερα από 100 ακίνητα και ένα ορυχείο χρυσού της Νεβάδα. Επίσης, αγόρασε μια εταιρεία χρηματοδότησης αυτοκινήτων. Συνολικά του άνηκαν ή είχε εμπορική σχέση με περισσότερες από 70 επιχειρήσεις, κάνοντας τον τραπεζικό του λογαριασμό να αυξηθεί κατά 300 εκατ. δολάρια.

Για περίπου 10 χρόνια ο McNamara κατέβαλε κανονικά τα δάνεια που του είχε δώσει η GMAC, η οποία και τον χρηματοδοτούσε με νέα δάνεια, με τον McNamara να αυξάνει “εικονικά” ακόμη περισσότερο τη παραγωγή των βαν ώστε να συνεχίσει να ζει το δικό του Αμερικάνικο όνειρο. Μέχρι το 1991 η Kay Industries είχε κατασκευάσει το εντυπωσιακό 53% του συνόλου των βαν που μετατράπηκαν στις Η.Π.Α για εξαγωγή.

Τον Δεκέμβριο του 1991 η εταιρία φαινόταν στα χαρτιά πως είχε κατασκευάσει 17.000 βανάκια. Η απληστία του John McNamara ήταν εκτός ελέγχου. Εκείνος ο μήνας ήταν το ορόσημο για την αρχή του τέλους της απάτης που είχε στήσει. Η GMAC δεν έδωσε τα 425 εκατ. δολάρια που είχε ζητήσει ο McNamara, με την GMAC να ανακαλύπτει σύντομα πως αρκετοί αριθμοί πλαισίου των βαν του McNamara δεν εμφανίστηκαν ποτέ στο μητρώο του Υπουργείου Μεταφορών. Έτσι ζήτησε από τον McNamara να της πει που βρίσκονται τα 17.000 φορτηγά, με τον ίδιο να δηλώνει πως τα 11.000 βρισκόταν ακόμη στο εργοστάσιο, με τα υπόλοιπα 6.000 να έχουν ήδη μετατραπεί και να έχουν αποσταλεί στο εξωτερικό.

Δεν πείστηκε από την απάντηση και ξεκίνησε έρευνα και το μόνο που μπορώ να φανταστώ είναι την έκφραση του υπαλλήλου της GMAC όταν πήγε να ελέγξει τα γραφεία της Kay Industries και να ανακαλύπτει πως εκεί βρισκόταν μόνο ένα άδειο γραφείο. Κάπως έτσι γκρεμίστηκε όλη η κομπίνα του McNamara, με την GMAC να ενημερώσει το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Ο McNamara συνελήφθη τον Απρίλιο του 1992 και την πρώτη φορά βρέθηκε αντιμέτωπος με τους ομοσπονδιακούς αξιωματούχους φέρεται να είπε: “Γιατί σας πήρε τόσο καιρό να με πιάσετε;“. Κατηγορήθηκε για απάτη μέσω αλληλογραφίας, για απάτη μέσω μεταφοράς χρημάτων και για ξέπλυμα χρήματος. Όλα τα περιουσιακά του στοιχεία κατασχέθηκαν, αλλά ο ίδιος πλήρωσε την εγγύηση ύψους $300 εκατ. δολαρίων και αφέθηκε ελεύθερος. Όπως κατέθεσε αργότερα, ήταν “πολύ εύκολο” να ξεγελάσει την General Motors αφού όσες φορές είχε ζητήσει η GMAC να κάνει έλεγχο στην Kay Industries, με διάφορες δικαιολογίες κατάφερνε και έπειθε τους ανθρώπους της εταιρίας να μην πάνε στις εγκαταστάσεις, πείθοντάς τους πως τα βαν όντως υπήρχαν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όταν ο McNamara είχε λάβει ένα τηλέφωνο από την GMAC που ο υπάλληλος του είπε πως οι υπολογιστές της εταιρίας δεν δεχόταν τους αριθμούς πλαισίου που του είχε δώσει. Ο υπάλληλος ρώτησε τον McNamara τι θέλει να κάνει, με τον επιχειρηματία να του λέει να παρακάμψει τον υπολογιστή και να αποδεχτεί τους αριθμούς πλαισίου, αφού κάτι τέτοιο ήταν η καλύτερη ιδέα. Ο υπάλληλος αποδέχτηκε τη πρόταση του McNamara.

Το 1992 δήλωσε ένοχος, αντιμετωπίζοντας φυλάκιση 20 ετών και πρόστιμο ύψους 800 εκατ. δολαρίων. Και κάπου εδώ η ιστορία “θολώνει” με τον McNamara μυστηριωδώς να μένει ελεύθερος και να κρατά περίπου 2 εκατ. δολάρια περιουσιακών στοιχείων. Τα επόμενα χρόνια άνοιξε μια εταιρία που προμηθεύετε ανταλλακτικά και συνέχιζε να ζει στην έπαυλή του στο Long Island, μεταφέροντας όλα του τα σπίτια στην τότε φίλη του, Diane Dangerfield.

Όπως αποδείχτηκε αργότερα, οι Ομοσπονδιακοί χρησιμοποίησαν τον McNamara για να έχει από κοντά κάποιους τοπικούς πολιτικούς, μειώνοντας την ποινή του στα 5 έτη, ενώ παράλληλα φημολογείται πως τον έβαλαν και στο πρόγραμμα Προστασίας Μαρτύρων. Από τότε το όνομα του McNamara, που σήμερα είναι 75 ετών σταμάτησε να παίζει στις ειδήσεις. Η GMAC από την απάτη του McNamara  χρεώθηκε με το ποσό των 436 εκατ. δολαρίων, ποσό που ισοδυναμεί σήμερα με 725 εκατ. δολάρια.