Η BMW παραμένει μία από τις ελάχιστες μάρκες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την οδήγηση όχι ως μέσο μετακίνησης αλλά ως εργαλείο παραγωγής αδρεναλίνης και χαράς, τουλάχιστον σε μερικά μοντέλα της.
Σε μια εποχή που η αυτοκίνηση μετασχηματίζεται από υβριδικά συστήματα, ηλεκτροκίνηση και περιοριστικούς κανονισμούς, το M Division συνεχίζει να εξελίσσει αυτοκίνητα με προτεραιότητα το engagement του οδηγού, τη σπορ φιλοσοφία και την καθαρή μηχανολογική απόδοση.
Σε αυτό το πλαίσιο, πραγματοποιήθηκε το BMW M Festival, μία track-only εμπειρία, σχεδιασμένη για να αποκαλύψει το χαρακτήρα κάθε M μοντέλου στην πίστα των Μεγάρων, υπό την καθοδήγηση των πιστοποιημένων εκπαιδευτών της BMW και του Driving Academy, με επικεφαλής τον Θωμά Παπαπάσχο.
Η ημέρα ξεκίνησε με ένα σύντομο briefing από το διευθυντή εταιρικής επικοινωνίας της BMW, Κωνσταντίνο Διαμαντή, ο οποίος παρουσίασε το νέο motto “Gen M”. Δεν πρόκειται απλώς για ένα επικοινωνιακό concept, αλλά για μία οδηγοκεντρική φιλοσοφία που απευθύνεται σε μία γενιά από ενθουσιώδεις οι οποίοι θέλουν να βιώνουν τα αυτοκίνητά τους στο δρόμο με πάθος και στην πίστα με απόλυτο έλεγχο.
Μετά την αρχική ενημέρωση, ακολουθήσαμε τον Θωμά Παπαπάσχο για το απαραίτητο τεχνικό briefing. Εκεί μας δόθηκαν οδηγίες σχετικά με τα driving modes, τα επίπεδα επέμβασης του DSC και την ενδεδειγμένη αγωνιστική γραμμή της πίστας των Μεγάρων. Λίγα λεπτά αργότερα, στο χώρο στάθμευσης μάς περίμεναν 11 μοντέλα με το μαγικό M γράμμα, ήτοι συνολικά πάνω από 6.000 ίπποι έτοιμοι να απελευθερωθούν είτε σε πισωκίνητη είτε σε τετρακίνητη διάταξη.
Κάθε μοντέλο με διαφορετικό χαρακτήρα, διαφορετικό μηχανικό setup και δική του οδηγική φιλοσοφία, αλλά όλα με έναν κοινό στόχο: να προσφέρουν ακατέργαστο track συναίσθημα.
Baby M – BMW M2
Η πρώτη επαφή με την πίστα έγινε πίσω από το τιμόνι της νέας BMW M2, του πιο compact μοντέλου της M γκάμας. Το αμάξωμα με έντονα μυώδεις γραμμές και οι αναλογίες coupe αποτυπώνουν ξεκάθαρα τον προσανατολισμό του αυτοκινήτου.
Κάτω από το καπό βρίσκεται ο γνώριμος εξακύλινδρος twin-turbo κινητήρας (S58B30), με απόδοση 480 ίππων, συνδυασμένος με αυτόματο κιβώτιο 8 σχέσεων και πίσω κίνηση. Έχοντας εμπειρία με την προηγούμενη γενιά του μοντέλου, έκανε την προσμονή μου ακόμα μεγαλύτερη για τη νέα M2, καθώς φημολογείται ως η πιο “καθαρή” εκδοχή της M φιλοσοφίας.
Το pace car για αυτή το session ήταν μια M5 Touring, με ρυθμό που κινήθηκε από σβέλτο σε επιθετικό, χωρίς πλήρη απενεργοποίηση του DSC. Οι εκπαιδευτές είχαν προρυθμίσει το track mode, με την κεντρική οθόνη να προβάλλει μόνο κρίσιμες πληροφορίες, ενώ το πρόγραμμα M2 είχε σεταριστεί με επιθετικές ρυθμίσεις σε κινητήρα, κιβώτιο και ανάρτηση, αφήνοντας το DSC σε λειτουργία “φύλακα άγγελου”.
Στην πράξη, ο 3,0-λιτρος S58 κινητήρας ανταποκρίνεται με κοφτερή απόκριση στο γκάζι, χωρίς turbo lag, ακόμα και κοντά στον κόφτη. Η μετάδοση κρατά τις σχέσεις ενεργές για το βέλτιστο εύρος λειτουργίας του κινητήρα, εξασφαλίζοντας ομαλή επιτάχυνση στην έξοδο κάθε στροφής.
Στο δυναμικό σκέλος, το άκαμπτο πλαίσιο δίνει την αίσθηση μονοκόμματης κατασκευής. Παρά την αποκλειστική κίνηση στους πίσω τροχούς, η M2 παραμένει ουδέτερη στο turn-in, με την υπερστροφή ισχύος να εμφανίζεται ελεγχόμενα όταν ανοίξεις το γκάζι νωρίς, στην κορυφή της στροφής. Το ESP είναι εξαιρετικά διακριτικό, επιτρέποντας ελεγχόμενη γωνία πλαγιολίσθησης χωρίς να κόβει βίαια την ισχύ.
Τα φρένα δείχνουν ανθεκτικά στο πρακτικά μοναδικό έντονο σημείο φρεναρίσματος της πίστας, με σταθερή αίσθηση του πεντάλ. Το μοναδικό στοιχείο που δεν βρίσκεται στο επίπεδο των υπόλοιπων M είναι το τιμόνι: αν και άμεσο σε γεωμετρία, δεν προσφέρει την απόλυτη αίσθηση που χρειάζεσαι για να “διαβάσεις” το grip στο apex, ειδικά στην πίστα.
Drift Happens – BMW M4 Competition (Skidpad Session)
Η δεύτερη φάση του προγράμματος της ημέρας μας μετέφερε στο χώρο των pits, όπου είχε στηθεί ένα ημικυκλικό skidpad με συνεχή διαβροχή, καθώς η μετεγκατάσταση της Driving Academy στην πίστα των Μεγάρων, από το Μαρκόπουλο, δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα.
Στόχος ήταν η ελεγχόμενη απώλεια πρόσφυσης του πίσω άξονα και η εξοικείωση με τη μεταφορά βάρους και την διαχείριση ροπής σε περιβάλλον με χαμηλή πρόσφυση. Τα δύο BMW M4 Competition Cabriolet ήταν ρυθμισμένα σε λειτουργία 2WD, παρά την τετρακίνητη φύση τους, ώστε να νιώσουμε την καθαρή συμπεριφορά του πίσω άξονα χωρίς βοήθεια από τους εμπρός τροχούς.
Τα προφίλ λειτουργίας M1 και M2 είχαν ρυθμιστεί από τους εκπαιδευτές με διαφορετικές βαθμίδες επέμβασης του DSC: στο M1 το ESP ήταν στη θέση 3 από τις διαθέσιμες 10, ενώ το M2 λειτουργούσε με πλήρη απενεργοποίηση, δίνοντας μας τον πλήρη έλεγχο και επιτρέποντας αφιλτράριστο feedback από τον πίσω άξονα.
Μόνο η πρώτη προσπάθεια μου έγινε με ενεργό το MDM (M Dynamic Mode), το οποίο επιτρέπει ελεγχόμενο oversteer χωρίς να αφήνει το αυτοκίνητο να ξεφύγει σε ανεξέλεγκτο πλαγιολίσθημα. Μετά, η δυναμική συμπεριφορά της M4 έγινε τόσο προβλέψιμη, ώστε πέρασα απευθείας στην πλήρη απενεργοποίηση του DSC.
Εδώ αποκαλύφθηκε ο πραγματικός χαρακτήρας της πλατφόρμας G. Με ένα αποφασιστικό πάτημα του γκαζιού στο turn-in, ο πίσω άξονας αποσυγκρατείται ακαριαία, όμως το ζυγισμένο σασί και η προοδευτική ροή ισχύος σου επιτρέπουν να ελέγξεις το drift μόνο με το γκάζι και μικροκινήσεις στο τιμόνι. Το αυτοκίνητο παραμένει συνεργάσιμο ακόμα και σε extreme γωνίες πλαγιολίσθησης.
Μέσα σε ελάχιστες προσπάθειες, διατήρησα full-throttle drift καθ’ όλη τη διάρκεια του ημικυκλικού σημείου, εντυπωσιασμένος από το πόσο φιλικό μπορεί να είναι ένα αυτοκίνητο με 530 ίππους σε συνθήκες μηδενικής πρόσφυσης. Η M4 δεν προσπαθεί να σε τρομάξει, σου επιτρέπει να την οδηγήσεις με το πλάι σαν εργαλείο ακρίβειας.
Με M3 Competition, M4 CS και M5 Touring
Το τρίτο σκέλος της ημέρας μας βρήκε ξανά μέσα στην πίστα, αυτή τη φορά με αλλαγή ρυθμού και λογικής: από τον ελεγχόμενο ρυθμό των προηγούμενων sessions, περάσαμε σε αμιγώς χρονικά γύρους προσομοίωσης trackday.
Η γκάμα αποτελούνταν από τρία εντελώς διαφορετικά M “όπλα”: την M3 Competition xDrive, την απόλυτη M4 CS και την M5 Touring. Κάθε ένα σε καλεί να ανακαλύψεις τη φιλοσοφία του: ευκινησία, ακρίβεια ή ωμή βία.
BMW M5 Touring – όταν οι νόμοι της φυσικής αμφισβητούνται
Επέλεξα να ξεκινήσω με την M5 Touring, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως το βάρος των 2,5 τόνων δεν θα την ευνοούσε στη στενή χάραξη της πίστας των Μεγάρων. Ωστόσο, η πραγματικότητα διέψευσε κάθε προκατάληψη. Το plug-in υβριδικό σύνολο με 727 ίππους και 1.000+ Nm ροπής συνδυάζει τον 4,0-λιτρο twin-turbo V8 με έναν ηλεκτροκινητήρα που λειτουργεί ως instant torque booster.
Παρά τη μάζα της, η M5 επιταχύνει βίαια, και βλέπεις εύκολα 200 χλμ/ώρα στο τέλος της ευθείας πριν την Κ6, για να φρενάρει δυναμικά χάρη στο εξελιγμένο σύστημα πέδησης και την εξαιρετική ισορροπία του xDrive. Η ροπή μοιράζεται ιδανικά σε κάθε τροχό, αφήνοντας στην άκρη τα δράματα ακόμα και σε trail braking. Ναι, το βάρος γίνεται αισθητό στις απότομες μεταφορές μάζας, όμως τα ηλεκτρονικά διαχειρίζονται την αδράνεια με εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα.
Η M5 Touring δεν είναι track tool – είναι GT υπερόπλο που μπορεί να κινηθεί με ρυθμό supercar, ενώ προσφέρει πολυτέλεια και χώρο για αποσκευές. Αυτή η διττή της φύση την κάνει μοναδική.
BMW M3 Competition xDrive – ο ορισμός του all-rounder
Μπαίνοντας στο κάθισμα της M3 Competition xDrive, γίνεται αμέσως ξεκάθαρο πως αυτό είναι το πιο ομοιογενές M της σύγχρονης γκάμας. Ο ίδιος S58 κινητήρας αποδίδει 530 ίππους, όμως εδώ το xDrive προσφέρει την ιδανική ισορροπία μεταξύ ευκινησίας και πρόσφυσης.

Η M3 εντυπωσιάζει τόσο στις ευθείες, όσο στις στροφές. Σου επιτρέπει να κρατήσεις υψηλή μέση ταχύτητα, χωρίς να απαιτεί μικροδιορθώσεις στο τιμόνι. Η ρύθμιση της ανάρτησης, η ισορροπία του πλαισίου και το calibration του ESP δίνουν την αίσθηση ότι το αυτοκίνητο δουλεύει μαζί σου, όχι απέναντί σου. Ακόμα και όταν πλησιάσεις το όριο, το αυτοκίνητο παραμένει προβλέψιμο, δίνοντας περιθώριο για fine tuning στην αγωνιστική γραμμή.
Είναι ίσως το πιο ικανό track-ready sedan που δεν χρειάζεται καμία απολύτως θυσία στην καθημερινή χρήση. Για εμένα, αποτέλεσε την αποκάλυψη της ημέρας.
BMW M4 CS – το supermodel του M Division
Τελευταία -και επίτηδες- άφησα την M4 CS. Το μοντέλο αυτό δεν είναι μία βελτιωμένη M4 Competition. Είναι ένα track-focused μηχάνημα που δημιουργήθηκε για να σταθεί απέναντι σε αυτοκίνητα όπως η Porsche 911 GT3.
Ο S58 κινητήρας στη περίπτωσή της αποδίδει 550 ίππους και 650 Nm ροπής, με χαρτογράφηση ECU και εξάτμιση τιτανίου που βελτιώνουν την απόκριση και μειώνουν την αδράνεια. Η λιτότητα στο βάρος είναι εμφανής: carbon καπό, διαχύτης, κεντρική κονσόλα, σφυρήλατες ζάντες και bucket καθίσματα μειώνουν 18 κιλά έναντι της M4 Competition. Οι αντιστρεπτικές έχουν αυξημένη ακαμψία, η ανάρτηση είναι ρυθμισμένη για την πίστα, ενώ το MDM σε αφήνει να εξερευνήσεις πραγματικά τα όρια πρόσφυσης.
Στην πράξη, η M4 CS είναι απίστευτα άμεση στο turn-in, με μηδενικές κλίσεις. Τα κεραμικά φρένα δεν παρουσιάζουν ίχνος θερμικής κόπωσης. Το κιβώτιο αλλάζει σχέσεις με αστραπιαία ταχύτητα, πιο γρήγορα από κάθε άλλο M μοντέλο της ημέρας. Στο apex, η τετρακίνηση με rear bias επιτρέπει να πατήσεις νωρίς το γκάζι χωρίς να χάνεις το πίσω μέρος. Είναι σαν να επιταχύνεις με χειρουργική ακρίβεια στην έξοδο κάθε στροφής.
Και ύστερα υπάρχει το τιμόνι: χοντρή στεφάνη, άμεσο και γεμάτο πληροφορία, σαν να έχει μεταφερθεί από καθαρόαιμο αγωνιστικό GT. Είναι το αυτοκίνητο που έκανε όλους όσοι το οδήγησαν να βγουν με χαμόγελο.
Επίλογος – Η Διπλή Ταυτότητα του M DNA
Η ημέρα ολοκληρώθηκε με έναν πιο χαλαρό ρυθμό, εγκαταλείποντας την πίστα και κινούμενοι προς την Κινέτα μέσω του παλιού επαρχιακού δρόμου. Ήταν μία μελετημένη αντίθεση σε όσα είχαν προηγηθεί: από full attack mode, περάσαμε σε cruising συνθήκες, με σκοπό να αναδειχθεί η άλλη πλευρά των μοντέλων Μ, αυτής της καθημερινότητας.
Παρά τα 500+ άλογα, οι ρυθμιζόμενες αναρτήσεις πέρασαν σε comfort mode, τα συστήματα μετάδοσης απέδιδαν ομαλά χωρίς απότομες μεταφορές ροπής, και η καμπίνα ηρεμούσε, προσφέροντας την ησυχία και την πολυτέλεια ενός premium grand tourer. Οι ίδιοι κινητήρες που λίγες ώρες πριν δούλευαν στο όριο του κόφτη, τώρα λειτουργούσαν υποδειγματικά σε χαμηλό φορτίο, αποκαλύπτοντας πόσο εξελιγμένη είναι η M φιλοσοφία.
Και αυτή ακριβώς είναι η μαγεία του M Division, δύο αυτοκίνητα σε ένα. Ένα για την πίστα, με απόλυτη αίσθηση μηχανικής πρόσφυσης, σταθερότητας στα φρένα και feedback στον οδηγό. Και ένα για τον δρόμο, που σου προσφέρει άνεση, ευκολία και ασφάλεια σε κάθε είδους διαδρομή, είτε πρόκειται για αστικό περιβάλλον, για ορεινό δρόμο ή για μακρινό ταξίδι.
















