Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Ford, Jim Farley, σε συνέντευξη που παραχώρησε σε μέσο ενημέρωσης της Αργεντινής, εξήγησε τους λόγους που οδήγησαν την εταιρεία στην κατάργηση των Fiesta και Focus και στην εστίαση στα προς τα λεγόμενα “συναισθηματικά και εμβληματικά μοντέλα” όπως τα F-150, Mustang και Bronco, καθώς και τις εκδόσεις Raptor των Ranger και F-150.
Ο Farley δήλωσε χαρούμενος που η Ford προσπάθησε να ανταγωνιστεί τους Ιάπωνες και Νοτιοκορεάτες κατασκευαστές με τα Fiesta και Focus, αλλά αναγνώρισε ότι η συνέχιση της παραγωγής τους δεν είχε πλέον οικονομικό νόημα.
Ήταν μια πνευματική στιγμή για την Ford να γίνει κατασκευαστής πλήρους γκάμας, αλλά έμαθα πολλά γιατί ίσως τελικά αυτό ήταν λάθος. Δεν ήταν λάθος που προσπαθήσαμε, αλλά το κόστος μας δεν ήταν ανταγωνιστικό με αυτό της Toyota και της Hyundai/Kia. Στο τέλος, έπρεπε να στραφούμε στα Bronco και στα pickup,
σημείωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η στρατηγική της Ford στην Αργεντινή αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό τις φιλοδοξίες της εταιρίας και στις ΗΠΑ. Το κοινό όραμα ήταν μια ευρεία γκάμα μοντέλων, που θα περιλάμβανε χαμηλού κόστους, “δημοκρατικά” αυτοκίνητα στο πνεύμα του Model T. Ωστόσο, όπως παραδέχθηκε, τα νούμερα πλέον “δεν έβγαιναν”.
Είχαμε τη φιλοδοξία να είμαστε μια εταιρία πλήρους γκάμας, όπως στην εποχή του Model T, να έχουμε ένα πολύ δημοκρατικό προϊόν, αλλά διαπιστώσαμε επίσης ότι αυτό έκανε την επιχείρηση σχεδόν μη βιώσιμη, επειδή δεν είχαμε πλεονέκτημα κόστους. Έτσι, όπως συνέβη στην Αργεντινή και τη Λατινική Αμερική, αναγκαστήκαμε να αναδιαρθρώσουμε και τη δραστηριότητά μας στις ΗΠΑ.
Τα τελευταία χρόνια, η Ford έχει σταδιακά αποσύρει πολλά από τα mainstream μοντέλα της, συμπεριλαμβανομένων των Fiesta, Focus, Mondeo/Fusion, Taurus, Edge και Escape. Παρότι αυτή η στρατηγική οδήγησε σε μια πιο περιορισμένη γκάμα και σε αισθητή μείωση των πωλήσεων σε μονάδες, συνέβαλε ταυτόχρονα στη βελτίωση των οικονομικών της αποτελεσμάτων.
Ενδεικτικά, την περίοδο 2013-2017 η Ford πουλούσε σταθερά πάνω από 6,3 εκατ. αυτοκίνητα ετησίως παγκοσμίως. Το 2018 οι πωλήσεις υποχώρησαν κάτω από τα 6 εκατ., ενώ το 2020 μειώθηκαν στα 4,2 εκατ. Το 2021 έπεσαν περαιτέρω στα 3,9 εκατ. και έκτοτε κινούνται σταθερά μεταξύ 4,2 και 4,4 εκατ. μονάδων τον χρόνο.
