Μια Ferrari και ένα αίτημα επιστροφής ΦΠΑ άνω των 60.000 ευρώ αποτέλεσαν την αφετηρία για την αποκάλυψη μιας καλοσχεδιασμένης φορολογικής υπόθεσης στην Πρέβεζα, την οποία ξετύλιξαν οι ελεγκτικές αρχές.
Η υπόθεση ήρθε στο φως όταν εταιρεία της περιοχής, η οποία δήλωνε δραστηριότητα στον χώρο της ενοικίασης οχημάτων, ζήτησε την επιστροφή ΦΠΑ για Ferrari αξίας 256.303 ευρώ που είχε εισαγάγει από τη Γερμανία.
Η επιχείρηση προχώρησε στην αγορά του οχήματος καταβάλλοντας στο τελωνείο ΦΠΑ ύψους 61.752,72 ευρώ και στη συνέχεια υπέβαλε αίτημα επιστροφής του ποσού. Η ΔΟΥ Πρέβεζας, ωστόσο, μετά από έλεγχο, απέρριψε το αίτημα. Ακολούθησε ενδικοφανής προσφυγή και ο φάκελος διαβιβάστηκε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ).
Σύμφωνα με την απόφαση 3045/13.11.2025, η εταιρεία είχε συσταθεί τον Οκτώβριο του 2024, με αρχικό αντικείμενο τη διαχείριση ακινήτων. Λίγους μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο, προχώρησε σε αύξηση κεφαλαίου και τροποποίηση του καταστατικού, προσθέτοντας τη δραστηριότητα ενοικίασης αυτοκινήτων χωρίς οδηγό.
Το αίτημα για επιστροφή ΦΠΑ κινητοποίησε τη Διεύθυνση Επιχειρησιακού Σχεδιασμού Ελέγχων, η οποία ζήτησε τη διενέργεια προληπτικού ελέγχου. Κατά τον επιτόπιο έλεγχο που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2025, διαπιστώθηκε ότι η δηλωμένη έδρα της επιχείρησης ήταν ένας χώρος περίπου 10 τετραγωνικών μέτρων σε γκαράζ πολυκατοικίας, ιδιοκτησίας εταίρου της εταιρείας.
Στον χώρο δεν υπήρχε καμία σήμανση, ούτε ενδείξεις λειτουργίας επιχείρησης ενοικίασης αυτοκινήτων. Παράλληλα, η Ferrari δεν βρισκόταν στο σημείο, με τους εκπροσώπους της εταιρείας να δηλώνουν ότι το όχημα βρισκόταν στην Αθήνα.
Ο έλεγχος επαναλήφθηκε τον Ιούνιο του 2025, χωρίς να εντοπιστεί ούτε το αυτοκίνητο ούτε στοιχεία πραγματικής επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Πέρα από τα παραστατικά αγοράς και εκτελωνισμού, καθώς και τα έγγραφα του Υπουργείου Τουρισμού για την ένταξη του οχήματος σε καθεστώς εκμίσθωσης, η εταιρεία δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο χρήσης της Ferrari. Δεν υπήρχαν συμβάσεις ενοικίασης, τιμολόγια, φωτογραφικό υλικό ή οποιαδήποτε ένδειξη ότι το όχημα χρησιμοποιήθηκε έστω και μία φορά για φορολογητέα πράξη.
Με βάση τα παραπάνω, η φορολογική διοίκηση προχώρησε σε οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού, απορρίπτοντας την επιστροφή του ΦΠΑ.
Η εταιρεία υποστήριξε ενώπιον της ΔΕΔ ότι είχε λάβει όλες τις απαιτούμενες άδειες και ότι η αγορά του οχήματος εντασσόταν στον επιχειρηματικό της σχεδιασμό. Ωστόσο, η ΔΕΔ έκρινε ότι το δικαίωμα έκπτωσης και επιστροφής ΦΠΑ δεν θεμελιώνεται στην πρόθεση ή στην καταστατική πρόβλεψη, αλλά στην πραγματική χρήση των αγαθών για πράξεις που υπάγονται στον φόρο.
Σε περιπτώσεις αμφισβήτησης, επισημαίνεται, το βάρος της απόδειξης φέρει ο φορολογούμενος, κάτι που, στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν κατέστη δυνατό.
