Κατά τη δεκαετία του 1980, η BMW Νοτίου Αφρικής προχώρησε στη δημιουργία μιας ειδικής έκδοσης της Σειράς 3 (E30), της 333i, καθώς η επίσημη M3 δεν ήταν διαθέσιμη στην τοπική αγορά. Η απόφαση ελήφθη λόγω των αυστηρών κανονισμών εισαγωγών και της τοπικής παραγωγής στην Πρετόρια, που καθιστούσαν την ανάπτυξη ενός εγχώριου μοντέλου πιο ελκυστική από την εισαγωγή της ακριβής M3.

Όπως αναφερόταν χαρακτηριστικά για τη γέννηση του μοντέλου:
Φανταστείτε το εξής: θέλετε μια BMW M3, αλλά η BMW απλώς δεν την προμηθεύει στη χώρα σας. Τι κάνετε τότε; Στη Νότια Αφρική, είχαν μια αρκετά απλή λύση: γιατί δεν την κατασκευάζουμε μόνοι μας; Χωρίς ατέρμονες συναντήσεις ή περίπλοκες επιχειρηματικές υποθέσεις, αλλά απλώς κοιτάζοντας τι υπάρχει στο ράφι και κατασκευάζοντας κάτι που είναι τουλάχιστον εξίσου διασκεδαστικό». Η έλλειψη της M3 περιγράφεται ως ένα «πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί».

Μηχανικά, αντί για τον τετρακύλινδρο κινητήρα 2,3 λίτρων της ευρωπαϊκής M3, η 333i εξοπλίστηκε με τον 3,2-λίτρων εξακύλινδρο σε σειρά κινητήρα (M30), ο οποίος προερχόταν από μεγαλύτερα μοντέλα όπως οι 733i και 533i. Ο κινητήρας απέδιδε περίπου 197 ίππους, επιτρέποντας στο όχημα να ολοκληρώνει την επιτάχυνση 0-100 χλμ./ώρα σε 7,3 δευτερόλεπτα, με την τελική ταχύτητα να αγγίζει τα 230 χλμ./ώρα.

Το σύστημα μετάδοσης περιελάμβανε ένα dogleg χειροκίνητο κιβώτιο πέντε σχέσεων, και λόγω του μεγάλου μεγέθους του κινητήρα, η BMW συνεργάστηκε με την Alpina, δανειζόμενη εξαρτήματα όπως η εισαγωγή, η ανάρτηση και τα φρένα από το μοντέλο Alpina B6.

Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της 333i ήταν ο περιορισμένος χώρος στο μηχανοστάσιο, ο οποίος δεν επέτρεπε την ταυτόχρονη τοποθέτηση συστήματος κλιματισμού και υποβοηθούμενου τιμονιού. Οι αγοραστές έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στα δύο, με το δίλημμα ήταν “άνεση ή δύναμη”.

Το συνολικό βάρος του αυτοκινήτου ανερχόταν στα 1.256 κιλά, με την BMW 333i να σημειώνει επιτυχία στους εθνικούς αγώνες αυτοκινήτων τουρισμού της Νοτίου Αφρικής. Το μοντέλο κατασκευάστηκε για μόλις δύο έτη, από το 1985 έως το 1986. Συνολικά, περίπου 200 αυτοκίνητα βγήκαν από τη γραμμή παραγωγής, όλα προορισμένα αποκλειστικά για την αγορά της Νοτίου Αφρικής.
