Η Ferrari αποκάλυψε το Luce, το πρώτο της αμιγώς ηλεκτρικό μοντέλο, που διαθέτει τέσσερις ηλεκτροκινητήρες, έναν ανά τροχό, συνολικής απόδοσης 1.050 ίππων με 990 Nm ροπής.
Τα 0-100 χλμ/ώρα τα κάνει σε 2,5 δευτερόλεπτα, τα 0-200 χλμ/ώρα σε 6,8 δευτερόλεπτα, έχοντας τελική ταχύτητα 310 χλμ/ώρα. Σε ότι αφορά την αυτονομία του αυτοκινήτου, που έχει αρχιτεκτονική 800V, ανακοινώνεται στα 530 χλμ (WLTP), χάρη σε μια μπαταρία χωρητικότητας 122 kWh, η οποία μπορεί να φορτίζει με ταχυφορτιστή έως 350 kW και η Ferrari λέει ότι μπορεί να προσθέσει περίπου 70 kWh φόρτισης σε 15 λεπτά.
Ζυγίζει 2.260 κιλά, έχει κατανομή βάρους 47% μπροστά και 53% πίσω, με το μήκος του αυτοκινήτου να φτάνει τα 5,026 μέτρα, το πλάτος τα 1,999 μέτρα, το ύψος τα 1,544 μέτρα και το μεταξόνιο τα 2,961 μέτρα. Ο χώρος αποσκευών αγγίζει τα 597 λίτρα, με το αυτοκίνητο να φορά ζάντες διαστάσεων 23″ μπροστά και 24″ πίσω, με ελαστικά 265/35 και 315/30.

Ο μπροστινός άξονας που αποδίδει 286 άλογα με 280 Nm ροπής, μπορεί να αποσυνδεθεί σε οποιαδήποτε ταχύτητα (μέχρι την τελική ταχύτητα) για να μετατρέψει το αυτοκίνητο σε πισωκίνητο και να μεγιστοποιήσει την απόδοση και την κατανάλωση σε οδηγικές συνθήκες όπου δεν απαιτείται η τετρακίνηση. Όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν, επιστρέφει σε λειτουργία σε λιγότερο από 500 χιλιοστά του δευτερολέπτου. Ο πίσω άξονας αποδίδει 843 άλογα με 710 Nm ροπής.

Η Ferrari τόνισε ότι η είσοδός της στην εποχή της ηλεκτροκίνησης θα γινόταν μόνο όταν η τεχνολογία θα μπορούσε να εγγυηθεί την απόδοση και τη συναισθηματική εμπειρία που χαρακτηρίζουν κάθε μοντέλο της. Το αποτέλεσμα είναι ένα αυτοκίνητο με περισσότερες από 60 πατενταρισμένες τεχνολογικές λύσεις, με πλαίσιο και αμάξωμα που κατασκευάζονται κατά 75% από ανακυκλωμένο αλουμίνιο, μειώνοντας τις εκπομπές CO2 κατά 6,7 τόνους ανά όχημα.

Η αρχιτεκτονική του αυτοκινήτου διαθέτει κοντά μετατρόχια -1,696 μέτρα μπροστά και 1,690 μέτρα πίσω – θέση οδήγησης κοντά στον εμπρός άξονα και μπαταρία ενσωματωμένη στο πάτωμα. Τοποθετημένη μεταξύ των αξόνων, η μπαταρία των 122 kWh τοποθετείται κατά 85% στο χαμηλότερο δυνατό σημείο, μειώνοντας το κέντρο βάρους κατά 80 χιλιοστά σε σχέση με ένα αντίστοιχο μοντέλο με κινητήρα εσωτερικής καύσης.

Το Luca είναι επίσης η πρώτη Ferrari με ανεξάρτητο πίσω υποπλαίσιο, σχεδιασμένο για να μειώνει τον θόρυβο και τους κραδασμούς που εισέρχονται στην καμπίνα, χωρίς να θυσιάζει τη δυναμική ακαμψία. Η τρίτη γενιά ενεργής ανάρτησης 48V, εξελιγμένη από εκείνη των Purosangue και F80, προσφέρει κορυφαία ακρίβεια και άνεση, διανέμοντας ιδανικά τις δυνάμεις στις στροφές, ενώ παράλληλα τα αμορτισέρ ζυγίζουν 2 κιλά λιγότερο.

Η μπαταρία, επίσης σχεδιασμένη και συναρμολογημένη εσωτερικά – αναπτύχθηκε σε συνεργασία με την κορεατική SK On – διαθέτει ενεργειακή πυκνότητα 195 Wh/kg – την υψηλότερη που έχει επιτευχθεί σε ηλεκτρικό αυτοκίνητο παραγωγής. Τοποθετημένη στο πάτωμα, συμβάλλει καθοριστικά στη βελτίωση της κατανομής βάρους (47% μπροστά/53% πίσω) και στην αύξηση της ακαμψίας του αμαξώματος. Η δομή της μπαταρίας είναι πλήρως ενσωματωμένη στο σασί, λειτουργώντας και ως στοιχείο προστασίας, ενώ το σύστημα ψύξης με τρεις πλάκες εξασφαλίζει ομοιόμορφη θερμοκρασία και αυξημένη διάρκεια ζωής των κυψελών.

Το Luca διαθέτει τέσσερα προγράμματα οδήγησης – Range (435 άλογα), Tour (625 άλογα), Performance (986 άλογα), Launch Control (1.050 άλογα) – που ρυθμίζουν τη διαχείριση ισχύος, ενέργειας και πρόσφυσης. Χρησιμοποιεί επίσης ένα ψεύτικο σύστημα αλλαγής ταχυτήτων, αλλά είναι διαφορετικό από τα συστήματα που έχουμε ήδη δει, τα οποία μιμούνται έναν συμβατικό κινητήρα και κιβώτιο ταχυτήτων. Μέσα από τα paddles στο τιμόνι, ο οδηγός μπορεί να επιλέγει πέντε επίπεδα ροπής και ισχύος, που προσομοιώνουν διαφορετικές ταχύτητες.
Το δεξί paddle αλλάζει την ένταση της επιθετικής απόδοσης της ροπής, ενώ το αριστερό paddle ελέγχει το προσομοιωμένο αποτέλεσμα πέδησης του κινητήρα, μιμούμενο την αίσθηση του κατεβάσματος ταχύτητας. Το σύστημα ελέγχου ενημερώνεται 200 φορές το δευτερόλεπτο, προσαρμόζοντας σε πραγματικό χρόνο την ανάρτηση, την πρόσφυση και το τιμόνι.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στον ήχο, ένα χαρακτηριστικό άρρηκτα συνδεδεμένο με τη Ferrari. Το Luca δεν αναπαράγει τεχνητά τον ήχο κάποιου κινητήρα εσωτερικής καύσης. Αντίθετα, ένας αισθητήρας υψηλής ακρίβειας εγκατεστημένος στον πίσω άξονα λαμβάνει τις συχνότητες του συστήματος μετάδοσης κίνησης, οι οποίες ενισχύονται και προβάλλονται στο περιβάλλον όπως συμβαίνει με μια ηλεκτρική κιθάρα, όπου ο ήχος δεν ενισχύεται φυσικά από το ίδιο το σώμα της κιθάρας αλλά από έναν ενισχυτή.

Συγκεκριμένα, ενώ ο ήχος διαδίδεται με τη μορφή δονήσεων αέρα στους κινητήρες εσωτερικής καύσης, στους ηλεκτρικούς άξονες ο ήχος ταξιδεύει μέσα από το μέταλλο με τη μορφή δονήσεων. Για αυτόν τον λόγο, ο αισθητήρας που χρησιμοποιείται είναι ένα επιταχυνσιόμετρο εγκατεστημένο σε ένα πολύ άκαμπτο σημείο στο χυτό του μετατροπέα.

Το αποτέλεσμα σύμφωνα με την Ferrari είναι ένας αυθεντικός ήχος, που ακούγεται μόνο όταν είναι λειτουργικά χρήσιμος, παρέχοντας ανατροφοδότηση στον οδηγό και ενισχύοντας την αίσθηση της δυναμικής απόκρισης. Σε κανονικές συνθήκες οδήγησης, η Ferrari επέλεξε την σιωπή για τη μεγιστοποίηση της ακουστικής άνεσης, αλλά όταν ο οδηγός ζητά ροπή από τους ηλεκτροκινητήρες επιταχύνοντας ή χρησιμοποιεί τα χειριστήρια αλλαγής ταχυτήτων σε χειροκίνητη λειτουργία, ο ήχος ενεργοποιείται για να προσφέρει “σύνδεση μεταξύ οδηγού και αυτοκινήτου”.

Για τον σχεδιασμό του αυτοκινήτου, η Ferrari συνεργάστηκε με την LoveFrom, την εταιρία που ίδρυσε ο Sir Jony Ive, πρώην επικεφαλής σχεδιασμού της Apple και ο Marc Newson, πρώην σχεδιαστής της Apple. Αρχικά, οι μηχανικοί της Ferrari διαμόρφωσαν τις επιφάνειες με βάση τις αεροδυναμικές και λειτουργικές ανάγκες και η LoveFrom στη συνέχεια “έντυσε” το αυτοκίνητο.
Η αεροδυναμική ήταν σαφώς η κορυφαία προτεραιότητα, και το αυτοκίνητο έχει αεροδυναμικό συντελεστής οπισθέλκουσας 0,254 Cd, που επιτυγχάνεται χωρίς ενεργή αεροδυναμική, μια σκόπιμη επιλογή που αποσκοπούσε στο να διατηρήσει το αυτοκίνητο ελαφρύτερο και οπτικά “καθαρότερο”.
Το εσωτερικό δεν μοιάζει με την τυπική καμπίνα ενός αυτοκινήτου της Ferrari, αφού στην πραγματικότητα, ίσως είναι ό,τι πιο κοντινό έχουμε δει ποτέ σε ένα αυτοκίνητο εμπνευσμένο από την Apple.
Το αυτοκίνητο διαθέτει τρεις οθόνες: τον πίνακα οργάνων, την κεντρική οθόνη και μια οθόνη ενσωματωμένη στο πίσω μέρος της κεντρικής κονσόλας, για τις ρυθμίσεις του κλιματισμού των πίσω επιβατών, ενώ προβάλει και στοιχεία του οχήματος.

Ιδιαίτερο στοιχείο αποτελεί ο πίνακας οργάνων, που κινείται μαζί με το τιμόνι και περιλαμβάνει δύο επικαλυπτόμενα OLED πάνελ, με το πάνω πάνελ να διαθέτει τρεις εγκοπές που αποκαλύπτουν την πίσω οθόνη, δίνοντας στο εμπνευσμένο από την αεροπορία καντράν μια τρισδιάστατη εμφάνιση. Πρόκειται για πρώτη εφαρμογή τέτοιας διάταξης σε μοντέλο παραγωγής της Ferrari.
Το τιμόνι ακολουθεί μια απλοποιημένη διάταξη τριών ακτίνων, εμπνευσμένη από τα ξύλινα τιμόνια Nardi της δεκαετίας του 1950 και 1960. Έχει αλουμινένιες ακτίνες, ένα υλικό που χρησιμοποιείται σε όλο το εσωτερικό, ενώ το γυαλί που χρησιμοποιείται είναι Corning Gorilla Glass, γνωστό για την αντοχή του σε γρατζουνιές και την υψηλή ορατότητα.

Η κεντρική οθόνη, η οποία διαθέτει στήριγμα παλάμης, περιστρέφεται, διευκολύνοντας την πρόσβαση για τον οδηγό ή τον συνοδηγό. Διαθέτει φυσικά χειριστήρια στο κάτω μέρος για τις ρυθμίσεις του κλιματισμού, ενώ ενσωματώνει έναν μηχανικό multigraph με τέσσερις λειτουργίες: ρολόι, χρονογράφο, πυξίδα και launch control.

Η κεντρική κονσόλα έχει μινιμαλιστικό σχεδιασμό και εκεί συναντάμε τους τέσσερις διακόπτες παραθύρων και τα κουμπιά για τις κλειδαριές των θυρών και το πορτμπαγκάζ. Το Luce διαθέτει γυάλινο κλειδί από Corning Gorilla Glass και ενσωματώνει οθόνη E-ink που αλλάζει χρώμα από κίτρινο σε μαύρο όταν τοποθετείται στη βάση της κεντρικής κονσόλας δίπλα στον γυάλινο επιλογέα ταχυτήτων.

Η εισαγωγή του κλειδιού στη βάση του στην κεντρική κονσόλα ενεργοποιεί μια αλληλουχία φωτισμών, με ταυτόχρονη ενεργοποίηση του πίνακα ελέγχου και της κεντρικής οθόνης. Υπάρχει ένα πάνελ οροφής με διακόπτες για τα φώτα, το ξεπάγωμα των μπροστά και πίσω παρμπρίζ και το χειριστήριο εκκίνησης.

Εκτός από τις τρεις οθόνες, η Ferrari επέλεξε φυσικά κουμπιά, διακόπτες και περιστροφικά χειριστήρια, εμπνευσμένα από κλασικά σπορ αυτοκίνητα και μονοθέσια της Formula 1. Υπάρχουν ειδικά φυσικά χειριστήρια στο τιμόνι για το cruise control, τον επιλογέα τρόπου οδήγησης, τις ρυθμίσεις του συστήματος πρόσφυσης, τους υαλοκαθαριστήρες και την ανάρτηση.
Το Luce ξεκινά από τις 550.000 ευρώ και συνοδεύεται από οκταετή εγγύηση απεριόριστων χιλιομέτρων για το σύστημα μετάδοσης κίνησης.
