Μια δεκαετία μετά το σκάνδαλο Dieselgate που στοίχισε στην Volkswagen περισσότερα από 32 δισεκατομμύρια ευρώ, 14 από τις μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες στον κόσμο κατηγορούνται πως χειραγώγησαν τις δοκιμές εκπομπών των ντίζελ αυτοκινήτων τους το διάστημα μεταξύ 2012 και 2017, επειδή “προτίμησαν να εξαπατήσουν παρά να συμμορφωθούν με τον νόμο”.
Αυτό δήλωσαν οι δικηγόροι άνω των 1,6 εκατομμυρίων εναγόντων στο Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου τη Δευτέρα, κατά την έναρξη μιας δίκης που αφορά μια από τις μεγαλύτερες μαζικές αγωγές στη νομική ιστορία της Βρετανίας.
Σε δήλωσή του πριν από την έναρξη της δίκης τη Δευτέρα, ο Martyn Day, ανώτερος συνεργάτης της Leigh Day, μίας από τις πολλές δικηγορικές εταιρείες που συμμετέχουν στη δίκη, δήλωσε:
Μια δεκαετία αφότου το σκάνδαλο Dieselgate ήρθε για πρώτη φορά στο φως, 1,6 εκατομμύρια οδηγοί στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν τώρα την ευκαιρία να αποδείξουν στη δίκη εάν τα αυτοκίνητά τους περιείχαν τεχνολογία σχεδιασμένη να παραποιεί τις δοκιμές εκπομπών ρύπων.
14 από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές αυτοκινήτων που δραστηριοποιούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζουν αυτούς τους ισχυρισμούς, οι οποίοι, εάν αποδειχθούν, θα καταδείκνυαν μια από τις πιο κατάφωρες παραβιάσεις της εταιρικής εμπιστοσύνης στη σύγχρονη εποχή.
Οι εταιρείες κατηγορούνται ότι ενσωμάτωσαν στα πετρελαιοκίνητα αυτοκίνητά τους παράνομα λογισμικά που αντιλαμβάνονταν πότε το αυτοκίνητο υποβάλλεται σε επίσημες δοκιμές μέτρησης των εκπομπών ρύπων ώστε να μειώνουν τεχνητά τις εκπομπές οξειδίων του αζώτου (NOx) εντός των νόμιμων ορίων.
Σύμφωνα με τους ενάγοντες, οι πραγματικές εκπομπές είναι πολύ μεγαλύτερες σε πραγματικές συνθήκες, έως και 12 φορές πάνω από τα νόμιμα όρια, κάτι που οδηγεί σε περιβαλλοντικές βλάβες και δίνει στους καταναλωτές δικαίωμα να ζητήσουν αποζημιώσεις.

Από την πλευρά τους, οι αυτοκινητοβιομηχανίες απορρίπτουν τις κατηγορίες και υποστηρίζουν ότι υπάρχουν πρακτικοί και δικαιολογημένοι λόγοι για τους οποίους τα αυτοκίνητά τους ρυθμίζουν τις εκπομπές ανάλογα με τις συνθήκες. Οι εταιρείες υποστηρίζουν για παράδειγμα ότι η μείωση των επιπέδων διοξειδίου του αζώτου συνεπάγεται αύξηση άλλων ρύπων.
Απορρίπτουν επίσης οποιαδήποτε σύνδεση με το σκάνδαλο Dieselgate το 2015, όταν η Volkswagen παραδέχτηκε ότι χρησιμοποιούσε παράνομα λογισμικά σε περισσότερα από 11 εκατομμύρια πετρελαιοκίνητα μοντέλα της.
Η δίκη, της οποίας η ετυμηγορία αναμένεται στα μέσα του 2026, θα εστιαστεί σε ένα δείγμα 20 πετρελαιοκίνητων αυτοκινήτων από πέντε κατασκευαστές, των Mercedes-Benz, Citroen/Peugeot, Ford, Nissan και Renault, κατά των οποίων στρέφονται σχεδόν 850.000 από τους ενάγοντες.
Εάν το δικαστήριο κρίνει ότι τα εν λόγω αυτοκίνητα διαθέτουν παράνομα λογισμικά, η ετυμηγορία θα ισχύει και εναντίον των υπόλοιπων εναγόμενων. Τυχόν αποζημιώσεις προς τους ιδιοκτήτες θα καθοριστούν σε επόμενη δίκη το 2026. Σύμφωνα με εκτίμηση της νομικής ομάδας των εναγόντων, οι διεκδικούμενες αποζημιώσεις φτάνουν σχεδόν τα 7 δισ. ευρώ.
Η απόφαση του δικαστηρίου θα είναι επίσης δεσμευτική για άλλες 800.000 περίπου παρόμοιες αγωγές εναντίον άλλων κατασκευαστών, συμπεριλαμβανομένων των Vauxhall/Opel και BMW.
Είναι επίσης πιθανό η υπόθεση να διευθετηθεί εξωδικαστικά. Το 2022, η Volkswagen αποφάσισε να συμβιβαστεί εξωδικαστικά, αφού δύο χρόνια πριν είχε παραπεμφθεί στο δικαστήριο για αξιώσεις σχετικά με τη χρήση παράνομων λογισμικών. Τελικά κατέληξε να καταβάλει 227 εκατομμύρια ευρώ σε αποζημιώσεις σε 91.000 Βρετανούς οδηγούς.
