Η Volkswagen αντιμετωπίζει πλέον προβλήματα που ξεπερνούν τα όρια μιας απλής κρίσης στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας, καθώς οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η γερμανική οικονομία υποτίμησε την άνοδο της Κίνας και επέτρεψε στις κινεζικές εταιρείες αυτοκινήτου να ενισχύσουν σημαντικά τη θέση τους στην παγκόσμια αγορά.
Παρά τις σημαντικές πιέσεις που δέχθηκε, η Volkswagen ολοκλήρωσε το 2025 παραμένοντας σε θετικό έδαφος, ωστόσο τα κέρδη της έχουν μειωθεί δραστικά. Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία έχει ήδη προχωρήσει σε ένα εκτεταμένο σχέδιο αναδιάρθρωσης, με στόχο τη μείωση του κόστους, τον περιορισμό των δραστηριοτήτων της και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς της.
Σύμφωνα με οικονομολόγους, αν η πτωτική πορεία συνεχιστεί, η Volkswagen ενδέχεται να χρειαστεί ακόμη πιο δραστικά μέτρα για να διατηρήσει τη βιωσιμότητά της, ενώ τίθεται πλέον και το ενδεχόμενο εξαγοράς της από άλλη αυτοκινητοβιομηχανία.
Σε συνέντευξή τους στη γερμανική Suddeutsche Zeitung, οι οικονομολόγοι Niall Ferguson και Moritz Schularick αναφέρθηκαν στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Ο Moritz Schularick, πρόεδρος του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας του Kiel, υποστήριξε ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει σημαντικό μέρος της βιομηχανικής της ισχύος αν δεν προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές. Όταν ρωτήθηκε αν η Volkswagen κινδυνεύει με χρεοκοπία, ο Schularick ανέφερε:
Η Volkswagen πιθανότατα θα αγοραστεί από έναν Κινέζο κατασκευαστή αυτοκινήτων. Ίσως από την BYD.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι ένα τέτοιο σενάριο δεν πρόκειται να συμβεί άμεσα, ωστόσο θεωρεί ότι αντικατοπτρίζει τα βαθύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία.
Η Volkswagen απασχολεί περίπου 630.000 εργαζόμενους παγκοσμίως, αριθμός που αυξάνεται σε περίπου 680.000 όταν συνυπολογίζονται οι κοινοπραξίες της στην Κίνα.
Ο όμιλος διαθέτει σημαντικά μεγαλύτερο εργατικό δυναμικό σε σχέση με ανταγωνιστές του, όπως η Toyota, η Stellantis και η Ford, παρά το γεγονός ότι η παραγωγή οχημάτων βρίσκεται σε αντίστοιχα επίπεδα.
Για δεκαετίες, το μεγάλο εργατικό δυναμικό θεωρούνταν σύμβολο της γερμανικής βιομηχανικής ισχύος και του κοινωνικού μοντέλου συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων και συνδικάτων. Ωστόσο, το 2026 αποτελεί πλέον σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τον όμιλο.
Η διοίκηση της Volkswagen στο Wolfsburg εφαρμόζει σχέδιο αναδιάρθρωσης που προβλέπει τη μείωση έως και 140.000 θέσεων εργασίας παγκοσμίως. Παράλληλα, εξετάζεται το κλείσιμο τεσσάρων γερμανικών εργοστασίων παραγωγής οχημάτων: στο Έμντεν, στο Τσβικάου, στο Ανόβερο και στο Νέκαρσουλμ.
Ο Niall Ferguson υποστήριξε ότι η Γερμανία υποτίμησε την απειλή που προερχόταν από την Κίνα, επιτρέποντας στις κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες να κερδίσουν σταδιακά έδαφος στην ευρωπαϊκή αγορά. Ο Ferguson δήλωσε:
Η γερμανική οικονομία υποτίμησε πλήρως την απειλή από την Κίνα. Θυμάμαι ανθρώπους να μου λένε σοβαρά ότι οι Κινέζοι δεν θα μπορούσαν ποτέ να κατασκευάσουν ρουλεμάν ή παρμπρίζ τόσο καλά όσο οι Γερμανοί. Δεν κατάλαβαν ότι η στρατηγική της Κίνας ήταν να χειραγωγήσει το σύστημα, να επιδοτήσει εταιρείες, να κλέψει πνευματική ιδιοκτησία και ούτω καθεξής.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κινεζικές εταιρείες κατάφεραν να ξεπεράσουν γρήγορα τους παραδοσιακούς Ευρωπαίους κατασκευαστές, επενδύοντας στην κάθετη ολοκλήρωση, στην τεχνολογία μπαταριών και στις πλατφόρμες λογισμικού.
Παράλληλα, οι κρατικές επιδοτήσεις στην Κίνα επέτρεψαν στις εγχώριες αυτοκινητοβιομηχανίες να προσφέρουν χαμηλότερες τιμές από τους παραδοσιακούς κατασκευαστές στις ευρωπαϊκές αγορές.
Ο Ferguson ανέφερε ότι η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει την τεχνολογική της αυτονομία, ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Η Ευρώπη θα καθιερωθεί ως τρίτη υπερδύναμη μόνο αν επιτύχει τεχνολογική αυτονομία, με δικό της cloud και τεχνητή νοημοσύνη, τα οποία σήμερα δεν διαθέτει,
δήλωσε ο Ferguson.
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι χωρίς σημαντικές επενδύσεις στην τεχνολογία, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί “ανάμεσα στους δύο γορίλες”, αναφερόμενος στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Οι δύο οικονομολόγοι δεν πρότειναν την επιβολή νέων δασμών στα κινεζικά αυτοκίνητα, αλλά τη χρήση της πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά ως διαπραγματευτικό εργαλείο.
Ο Schularick πρότεινε οι κινεζικές εταιρείες να μπορούν να δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη υπό την προϋπόθεση ότι θα παράγουν τα οχήματά τους εντός ευρωπαϊκού εδάφους.
Η Ευρώπη πρέπει να χρησιμοποιήσει την πρόσβαση στη μεγάλη ευρωπαϊκή αγορά ως διαπραγματευτικό χαρτί. Θα επιτρέψουμε στην Κίνα να πουλά BYD εδώ, αλλά μόνο αν αυτά παράγονται στην Ευρώπη, ώστε να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας. Θα κάνουμε αυτό που έκαναν οι Κινέζοι σε εμάς,
δήλωσε ο Schularick.
Ο ίδιος τάχθηκε κατά των ανταποδοτικών δασμών, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη πρέπει να αξιοποιήσει την αγορά της για να διασφαλίσει τη βιομηχανική της βάση.
Παράλληλα, οι οικονομολόγοι επισήμαναν ότι και η κινεζική αυτοκινητοβιομηχανία αντιμετωπίζει προκλήσεις, καθώς οι επιδοτήσεις δεν μπορούν να συνεχιστούν επ’ αόριστον και ενδέχεται να δημιουργήσουν στρεβλώσεις στην αγορά, υπερπαραγωγή και αναποτελεσματικότητα.
Η Κίνα έχει ήδη ενισχύσει τις εξαγωγές αυτοκινήτων της προκειμένου να αντισταθμίσει τη μείωση της εγχώριας ζήτησης, ενώ οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες καλούνται να επιταχύνουν την τεχνολογική τους ανάπτυξη και τον μετασχηματισμό τους.
