O Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΔΟΕ), με δύο νέες εκθέσεις του, προβλέπει ότι ο αριθμός των αυτοκινήτων που κυκλοφορούν στους δρόμους θα έχει διπλασιαστεί έως το 2020 και πως η αυξημένη κατανάλωση πετρελαίου στο μέλλον θα οφείλεται εξ’ολοκλήρου στην αύξηση της ζήτησης από τις μεταφορές. Παράλληλα κάνει προτάσεις για τη μείωση έως 50% στην κατανάλωση καυσίμου μέχρι το 2030.

Αποδοτικότερα συστήματα μετάδοσης, ελαφρύτερα υλικά, υβριδικά και ηλεκτρικά οχήματα, καλύτερη αεροδυναμική απόδοση καθώς και συστήματα θέρμανσης και ψύξης που καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια είναι κάποιες από τις υπάρχουσες τεχνολογίες, στις οποίες “ποντάρει” ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) για τον περιορισμό της ζήτησης καυσίμου στο μέλλον.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που εξέδωσε ο ΙΕΑ, τα οχήματα που κυκλοφορούν σήμερα στους δρόμους καταναλώνουν περίπου το 75% της ενέργειας που χρησιμοποιείται στις μεταφορές, οι οποίες με τη σειρά τους ευθύνονται για το 20% επί της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας παγκοσμίως. Όπως επισημαίνει η έκθεση, οι δυνατότητες βελτίωσης της οικονομίας καυσίμου σε όλους τους τύπους οχημάτων μέχρι το 2030, κυμαίνονται από 30% έως 50% σε σχέση με τα επίπεδα του 2005. Εάν πολλές από τις ήδη υπάρχουσες τεχνολογίες εφαρμοστούν ευρέως και με την υιοθέτηση των κατάλληλων πολιτικών, τα νέα αυτοκίνητα του 2030 θα μπορούσαν να καταναλώνουν ακόμη και τα μισά καύσιμα σε σχέση με τα νέα αυτοκίνητα, εκτιμά ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA).

Εάν τεθούν σε εφαρμογή νέες, αυστηρές πολιτικές, η κατανάλωση μπορεί να σταθεροποιηθεί, όμως χωρίς τη λήψη μέτρων τα οχήματα θα φθάσουν να χρειάζονται διπλάσια ποσότητα πετρελαίου σε σχέση με σήμερα. Πάντως, προκειμένου να ενισχυθεί η διείσδυση τέτοιων τεχνολογιών στην αγορά, θα πρέπει να αναλάβουν δράση οι κυβερνήσεις, θέτοντας ψηλότερα τον πήχη σε ό,τι αφορά τις προδιαγραφές οικονομίας καυσίμων, παρέχοντας μεγαλύτερα οικονομικά κίνητρα στους οδηγούς, αλλά και επενδύοντας περισσότερο στην έρευνα και στην ανάπτυξη ακόμη πιο προηγμένων τεχνολογιών με στόχο την περαιτέρω εξοικονόμηση καυσίμου.

Ο αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής του οργανισμού Ρίτσαρντ Τζόουνς αναφέρει:

Η αντιμετώπιση του ζητήματος της κατανάλωσης ενέργειας από τις οδικές μεταφορές έχει ζωτική σημασία για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Τα συμβατικά οχήματα με μηχανή εσωτερικής καύσης θα συνεχίσουν να υπάρχουν για πολύ καιρό και, χωρίς τους σωστούς συνδυασμούς πολιτικών, όπως αυτοί που περιγράφονται σε αυτές τις εκθέσεις, η ζήτηση ενέργειας από τα αυτοκίνητα θα φθάσει να μην είναι βιώσιμη.

Δεν προβλέπεται μεγάλη αύξηση στη ζήτηση πετρελαίου

Σε ότι αφορά τις προβλέψεις του σχετικά με την αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΔΟΕ) προχώρησε σε αναπροσαρμογή των προβλέψεων αυτών, εκτιμώντας ότι αυτή δεν θα υπερβεί το 1,2% ετησίως, έναντι 1,3%, που προέβλεπε έως τώρα, ως απότοκο της επιβράδυνσης που εμφανίζει η οικονομία παγκοσμίως.

Σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση για την αγορά πετρελαίου, η οποία δημοσιεύθηκε από την Υπηρεσία Ενέργειας του ΟΟΣΑ, η ζήτηση για το «μαύρο χρυσό» θα πρέπει να αυξηθεί από 89,79 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα το τρέχον έτος σε 94,45 εκατομμύρια το 2016, ήτοι περίπου μισό εκατομμύριο βαρέλια την ημέρα λιγότερα από ό, τι αναμενόταν προηγουμένως.

Οι προοπτικές για την οικονομική ανάπτυξη σε όλη τη διάρκεια της περιόδου μειώνονται εν μέσω επίμονων ανησυχιών που σχετίζονται με το χρέος στις χώρες του ΟΟΣΑ, ιδιαίτερα στη ζώνη του ευρώ ενώ ακόμη και η Κίνα, η βασική κινητήρια δύναμη της αύξησης της (πετρελαϊκής) ζήτησης την τελευταία δεκαετία, δείχνει σημάδια επιβράδυνσης, σημειώνεται στην ίδια έκθεση.

Συγκεκριμένα, οι νέες προβλέψεις του ΔΟΕ είναι χαμηλότερες κατά 480.000 βαρέλια ανά ημέρα (β/η) το 2012 και 930.000 βαρέλια β/η το 2013, σε σύγκριση με την προηγούμενη μελέτη που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο.

Οι αναθεωρήσεις για τα επόμενα έτη είναι προς την ίδια κατεύθυνση: ήτοι -880.000 β/η το 2014, -680.000 το 2015, -540.000 το 2016. Τέλος, το 2017, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του ΔΟΕ, η ημερήσια ζήτηση θα διαμορφωθεί σε 95,68 εκατομμύρια βαρέλια.

[Πηγή: AΠE]