Η κρατική ενίσχυση των μεγαλύτερων βιομηχανικών ομίλων παγκοσμίως διαμορφώνει εκ νέου την παγκόσμια οικονομία, με την Κίνα να ξεχωρίζει ως βασικός πάροχος κρατικής στήριξης που ενδέχεται να προκαλεί στρεβλώσεις, σύμφωνα με νέα έρευνα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η οποία καταγράφει σημαντική αύξηση των επιδοτήσεων τα τελευταία χρόνια και προειδοποιεί για πιθανές στρεβλώσεις στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι κρατικές ενισχύσεις προς τις μεγαλύτερες μεταποιητικές επιχειρήσεις σε 15 βασικούς βιομηχανικούς κλάδους έφτασαν το 2023 και το 2024 σε επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί από την περίοδο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ο ΟΟΣΑ κάνει λόγο για μια δομική μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο τα κράτη παρεμβαίνουν στη βιομηχανική παραγωγή, με την Κίνα να αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη περίπτωση.
Η βάση δεδομένων που δημιούργησε ο οργανισμός καλύπτει 525 μεγάλες επιχειρήσεις από όλο τον κόσμο για την περίοδο 2005-2024 και βασίζεται σε ετήσιες οικονομικές εκθέσεις, ισολογισμούς και άλλα εταιρικά στοιχεία. Μέσα από αυτή την ανάλυση καταγράφονται επιχορηγήσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις και δάνεια με ευνοϊκούς όρους που λαμβάνουν οι επιχειρήσεις από τις κυβερνήσεις τους.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι κινεζικές επιχειρήσεις λαμβάνουν από τρεις έως οκτώ φορές μεγαλύτερη κρατική στήριξη σε σύγκριση με τις αντίστοιχες εταιρείες στις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ. Η διαφορά είναι επίσης αισθητά μεγαλύτερη σε σχέση με άλλες μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Βραζιλία και η Ινδία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα για την αυτοκινητοβιομηχανία, έναν από τους κλάδους που βρίσκονται στο επίκεντρο των εμπορικών εντάσεων μεταξύ της Κίνας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες έλαβαν το 2019 κρατικές ενισχύσεις ύψους 5,12 δισ. δολαρίων μέσω επιχορηγήσεων, φορολογικών ελαφρύνσεων και δανεισμού με επιτόκια χαμηλότερα από τα επίπεδα της αγοράς. Την ίδια χρονιά, οι αντίστοιχες ενισχύσεις ανήλθαν σε 1,93 δισ. δολάρια για τις εταιρείες της περιοχής Ασίας-Ειρηνικού, 1,95 δισ. δολάρια για τις ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες και 1,2 δισ. δολάρια για τις εταιρείες της Βόρειας Αμερικής.
Μετά την πανδημία, η τάση αυτή ενισχύθηκε σημαντικά. Το 2024 οι επιδοτήσεις προς τις κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες ανήλθαν σε 11,39 δισ. δολάρια, υπερδιπλάσιες σε σχέση με το 2019. Την ίδια περίοδο, οι κρατικές ενισχύσεις αυξήθηκαν και στις υπόλοιπες μεγάλες αγορές, φτάνοντας τα 3,05 δισ. δολάρια στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, τα 3,06 δισ. δολάρια στην Ευρώπη και τα 4,38 δισ. δολάρια στη Βόρεια Αμερική. Παρά την αύξηση αυτή, καμία περιοχή δεν προσέγγισε τα επίπεδα στήριξης που καταγράφηκαν στην Κίνα.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η αξία της κρατικής στήριξης που έλαβαν οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες ήταν περίπου διπλάσια σε απόλυτα μεγέθη και τετραπλάσια σε αναλογικούς όρους σε σχέση με εκείνη που έλαβαν οι ανταγωνιστές τους στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Οι αναλυτές συνδέουν την πολιτική αυτή με τη θεαματική άνοδο των κινεζικών κατασκευαστών τα τελευταία χρόνια. Εταιρείες όπως η BYD, η Chery και η Geely έχουν εξελιχθεί από περιφερειακούς παίκτες σε ισχυρούς διεθνείς ομίλους, ενώ η Κίνα έχει πλέον αναδειχθεί στη μεγαλύτερη χώρα παραγωγής αυτοκινήτων στον κόσμο και σε έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγείς οχημάτων, ιδίως στην κατηγορία των ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Το ζήτημα των επιδοτήσεων βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο των εμπορικών διαφορών μεταξύ Κίνας και Δύσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η εκτεταμένη κρατική στήριξη προσφέρει αθέμιτο πλεονέκτημα στις κινεζικές επιχειρήσεις, ενώ ανάλογες ανησυχίες εκφράζονται πλέον όλο και πιο έντονα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες αντιμετωπίζουν αυξανόμενη πίεση από τους Κινέζους ανταγωνιστές τόσο στην κινεζική αγορά όσο και στην Ευρώπη, όπου οι εισαγωγές ηλεκτρικών οχημάτων από την Κίνα αυξάνονται τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η έλλειψη διαφάνειας γύρω από τις κρατικές ενισχύσεις έχει καταστήσει δύσκολη την πλήρη αποτύπωση του φαινομένου. Ενδεικτικά, σε έκθεση του 2025 το Γραφείο του Εκπροσώπου Εμπορίου των ΗΠΑ ανέφερε ότι η Κίνα δεν έχει ακόμη υποβάλει στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου πλήρη γνωστοποίηση των επιδοτήσεων που χορηγεί η κεντρική της κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει περισσότερα από είκοσι χρόνια από την ένταξή της στον οργανισμό.
Παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας στο Παρίσι, ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, Mathias Cormann, δήλωσε:
Οι βιομηχανικές επιδοτήσεις αυξάνονται σε όλο τον κόσμο, αλλά για δεκαετίες δεν είχαμε μια αξιόπιστη, ολοκληρωμένη και συγκρίσιμη εικόνα για το τι παρέχουν πραγματικά οι κυβερνήσεις και τι λαμβάνουν οι επιχειρήσεις. Οι επιδοτήσεις δεν αποτελούν μόνο δημοσιονομικό ζήτημα, αλλά αναδιαμορφώνουν τις παγκόσμιες αγορές.
Ο οργανισμός εκτιμά ότι περίπου το 22% των κερδών σε μερίδιο αγοράς που κατέγραψαν οι επιχειρήσεις διεθνώς την περίοδο 2005-2023 μπορεί να αποδοθεί σε κρατικές επιδοτήσεις. Για τις κινεζικές επιχειρήσεις το αντίστοιχο ποσοστό προσεγγίζει το 60%.
Παράλληλα, η ανάλυση του ΟΟΣΑ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι επιδοτήσεις δεν συνδέονται απαραίτητα με υψηλότερη παραγωγικότητα ή κερδοφορία, ενώ ενδέχεται να επηρεάζουν αρνητικά τις επενδυτικές αποφάσεις και τον ανταγωνισμό. Όπως αναφέρει ο ΟΟΣΑ:
Όπως ακριβώς το ντόπινγκ στον αθλητισμό, υπάρχει ο κίνδυνος οι επιδοτήσεις να οδηγούν σε λιγότερο παραγωγικούς παίκτες να κερδίζουν άδικα εις βάρος πιο καινοτόμων και αποδοτικών.
Αυτό θα μπορούσε τελικά να επιβάλει μακροπρόθεσμα κόστη στην παγκόσμια οικονομία με τη μορφή λιγότερης καινοτομίας, ποιότητας προϊόντων και ανταγωνισμού, ακόμη κι αν οι καταναλωτές επωφελούνται βραχυπρόθεσμα από χαμηλότερες τιμές.
