ypoik

Το υπουργείο Οικονομικών προχώρησε στην σύσταση ομάδας εργασίας που θα επωμιστεί να αναλάβει την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των τελών κυκλοφορίας αλλά και την φορολόγηση των οχημάτων.

Στην απόφαση για τη σύσταση της ομάδας που υπογράφεται από τον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο, προβλέπεται ότι έργο της Επιτροπής είναι:

η διατύπωση προτάσεων για νομοθετικές ρυθμίσεις σχετικά με την τροποποίηση και εξορθολογισμό των νομοθετικών διατάξεων που αφορούν στη φορολόγηση των οχημάτων και στα τέλη κυκλοφορίας.

Η απόφαση αυτή εντείνει την ανησυχία για νέες φορολογικές επιβαρύνσεις δεδομένης της αναζήτησης μέτρων για την κάλυψη του δημοσιονομικού κενού.

Είναι γνωστό άλλωστε ότι ήδη στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με τους Θεσμούς έχουν πέσει προτάσεις αύξησης των φόρων στα καύσιμα, αλλά και στα αυτοκίνητα με έμφαση στην εμπορική αξία και όχι στον κυβισμό. Μ’ αυτήν θα καθορίζεται το τέλος ταξινόμησης, το τεκμήριο διαβίωσης αλλά και τα τέλη κυκλοφορίας.

Αυτό θέλει να κάνει το υπουργείο, σε θεωρητικό επίπεδο, είναι η δημιουργία ενός δικαιότερου συστήματος φορολόγησης της αγοράς αυτοκινήτου βάσει της πραγματικής αξίας τους, καθώς με τα σημερινά δεδομένα δύο αυτοκίνητα ίδιου κυβισμού αλλά με μεγάλη διαφορά στην τιμή αγοράς τους καταβάλλουν τους ίδιους φόρους και τέλη κυκλοφορίας.

Μεταξύ των μέτρων που εξετάζονται, είναι η επιβάρυνση με ΦΠΑ των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων τα οποία προέρχονται από χώρες του εξωτερικού, καθώς σήμερα για μεταχειρισμένο αυτοκίνητο εξωτερικού δεν καταβάλλετε ΦΠΑ αν ο πωλητής είναι ιδιώτης. Αν ο πωλητής είναι επαγγελματίας, βαρύνεται με ΦΠΑ με τον συντελεστή που ισχύει στη χώρα αγοράς του αυτοκινήτου.

Το υπουργείο πλέον καταργεί το κριτήριο του κυβισμού των οχημάτων ως βάση για τη φορολόγησή τους. Ο υπολογισμός του τέλους ταξινόμησης θα γίνεται με βάση τη λιανική τιμή (προ φόρων), με προοδευτική αναπροσαρμογή των συντελεστών του τέλους ταξινόμησης. Δηλαδή η φορολόγηση των καινούργιων αλλά και εισαγόμενων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων θα απορρέει από την αξία λιανικής του κάθε μοντέλου που θα δηλώνει ο κάθε εισαγωγέας στην Υπηρεσία Αξιών του Τελωνείου. Αυτό εκτιμάται ότι θα επιφέρει μείωση της τιμής στα χαμηλού κυβισμού και χαμηλής αξίας, και αύξηση στα ακριβά αυτοκίνητα μεσαίου και υψηλού κυβισμού.

Σήμερα τα καινούργια αυτοκίνητα κατά την εισαγωγή τους φορολογούνται βάσει της εργοστασιακής τους αξίας αλλά και του κυβισμού του κινητήρα με συντελεστές 5% έως 50% και επιπλέον τον ΦΠΑ, το ύψος των τελών κυκλοφορίας θα καθορίζεται με κριτήριο την εμπορική αξία κυρίως για τα οχήματα που ταξινομήθηκαν για πρώτη φορά από τον Νοέμβριο του 2010 και μετά και που σήμερα το ύψος των τελών υπολογίζεται αποκλειστικά με βάση τους εκπεμπόμενους ρύπους.

Στο υπουργείο Οικονομικών θεωρούν ότι αυτός ο τρόπος υπολογισμού ευνοεί τους φορολογούμενους που αγοράζουν ακριβά ΙΧ σε σχέση με φορολογούμενους που έχουν ΙΧ με τα ίδια χαρακτηριστικά, αλλά ταξινομήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα πριν από το 2010. Αναφέρουν δε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, ένα καινούργιο αυτοκίνητο 2.000 κυβικών ακριβής μάρκας που κοστίζει 45.000 ευρώ σ’ αυτό αναλογούν τέλη κυκλοφορίας 150 ευρώ, ενώ αυτοκίνητο ίδιου κυβισμού και μάρκας αλλά παλαιότητας 10 ετών επιβαρύνεται με τέλη ύψους 650 ευρώ. Επιπρόσθετα οι αναπροσαρμογές θα έχουν ως αποτέλεσμα να καταβάλλονται τέλη κυκλοφορίας και για ΙΧ με χαμηλούς ρύπους, τα οποία σήμερα απαλλάσσονται.

Επισημαίνεται ότι τα έσοδα από τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονται ετησίως σε λίγο πάνω από 1 δισ. ευρώ και με τις σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις αναμένεται να αυξηθούν. Η αντικειμενική δαπάνη για την κατοχή και τη συντήρηση του αυτοκινήτου (τεκμήριο διαβίωσης) θα υπολογίζονται με βάση τις λιανικές τιμές και συντελεστές που θα οδηγούν σε απομείωση της αξίας τους. Σήμερα τα τεκμήρια υπολογίζονται με βάση τον κυβισμό και τα έτη παλαιότητας.

Η απόφαση του κ. Τσακαλώτου έρχεται σε μια στιγμή που το οικονομικό επιτελείο έχει επιδοθεί σε αγώνα δρόμου για την εξεύρεση πρόσθετων εσόδων, με στόχο να κλείσει το δημοσιονομικό κενό, ήτοι ένα από τα μεγαλύτερα «αγκάθια» της διαπραγμάτευσης μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών.

Η ομάδα εργασίας δύναται να καλεί στις συνεδριάσεις της εμπειρογνώμονες και σχετικούς φορείς, για την υποβοήθηση του έργου της, αν αυτό απαιτηθεί,

αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του υπουργού Οικονομικών.

Η κατάθεση των σχετικών προτάσεων από την ομάδα εργασίας θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί στις 29 Απριλίου.