Εισαγωγή

Όταν οι προβλέψεις των πωλήσεων στην μικρομεσαία κατηγορία των crossover/SUV αναφέρουν ότι μέχρι το 2023 θα αυξηθούν 14 φορές, θα πρέπει μια εταιρία να έχει αυτοκτονικές τάσεις για να μην έχει σοβαρή παρουσία σε αυτή την κατηγορία. Και η Mini δεν είναι μια από αυτές. Έτσι, μετά την άκρως επιτυχημένη πορεία του πρώτου μοντέλου, η βρετανική εταιρία παρουσίασε τον περασμένο Οκτώβριο την δεύτερη γενιά του, και χθες είχαμε την ευκαιρία να πάρουμε μια πρώτη γεύση από το αυτοκίνητο, μέσω της παρουσίασης που πραγματοποίησε η ελληνική εταιρία.

Τα περίπου 2.300 Countryman που έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από το 2010 που πρωτολανσαρίστηκε το μοντέλο, και πάνω από 540.000 μονάδες σε όλο τον κόσμο, αποτελούν σχεδόν το 1/3 των συνολικών πωλήσεων της μάρκας στην χώρα μας, με το νέο μοντέλο να δίνει ώθηση για ακόμα μεγαλύτερα νούμερα, με το όνομα του μοντέλου πλέον να αποτελεί σοβαρή παρακαταθήκη.

Το Countryman αποτέλεσε το πρώτο MINI με τέσσερις πόρτες, μία μεγάλη πίσω πόρτα, πέντε καθίσματα και προαιρετικό σύστημα τετρακίνησης, και ανέλαβε από την πρώτη στιγμή μία δύσκολη αποστολή, αφενός να προσελκύσει νέους πελάτες στη βρετανική μάρκα και αφετέρου να προβάλλει τις όποιες off-road ικανότητές. Ο ανταγωνισμός του είναι εξαιρετικά σκληρός, καθώς έχεις να επιλέξεις ανάμεσα στο Renault Captur, Citroen C4 Cactus, Suzuki Vitara, Fiat 500X, Peugeot 2008 και Nissan Juke, πάντα με βάση το μήκος και το μεταξόνιο του, καθώς πρακτικά -και βάσει τιμής- τίθεται αντιμέτωπο με το Audi Q3 και την Mercedes GLA, με το BMW X1 να αποτελεί το “αδερφάκι” του, το οποίο όμως δεν έχει τα lifestyle χαρακτηριστικά του Countryman.

Το αυτοκίνητο

Όταν τον Σεπτέμβριο του 2015 παρουσιάστηκε η δεύτερη γενιά του Clubman, αυτό απέκτησε τον άτυπο τίτλο του μεγαλύτερου Mini που κατασκευάστηκε ποτέ. Τίτλο που κράτησε μόλις για ένα χρόνο, καθώς από την έκθεση του Los Angeles τον περασμένο Νοέμβριο, πλέον το νέο Countryman διαθέτει τις πιο maxi διαστάσεις που έχει αποκτήσει ένα μοντέλο της εταιρίας, όντας 20 εκατ. μακρύτερο από τον προκάτοχό του, και σχεδόν 3 εκατ. φαρδύτερο.

Έτσι, ξεκινώντας από τις διαστάσεις το μήκος του φτάνει 4.299 χλστ., το πλάτος του τα 1.822 χλστ. και το ύψος του τα 1.557 χλστ. Σε σχέση με το BMW X1, το Countryman υπολείπεται 140 χλστ. σε μήκος, όντας 1 χλστ. πιο φαρδύ, αλλά 55 χλστ. πιο χαμηλό. Τέλος, το μεταξόνιο τους είναι ακριβώς το ίδιο, στα 2.670 χλστ., με αυτό του βρετανικού μοντέλου να είναι 74 χλστ. πιο μεγάλο σε σχέση με την απερχόμενη γενιά, καθώς και τα δύο μοντέλα βασίζονται στην UKL2 πλατφόρμα του BMW Group.

Σχεδιαστικά το αυτοκίνητο κάνει χρήση της νέας σχεδιαστικής γλώσσας της εταιρίας, και διαφοροποιείται αρκετά από τα υπόλοιπα μοντέλα της γκάμας, διατηρώντας, όμως, ακέραιο τον χαρακτήρα του. Εν ολίγοις, δεν είναι copy/paste με τα υπόλοιπα μοντέλα, αλλά είναι από μακριά εύκολα αναγνωρίσιμο ότι πρόκειται για Mini.

Παρότι το νέο Countryman έχει αυξηθεί σημαντικά σε μέγεθος, καταφέρνει να διατηρήσει τις κλασικές αναλογίες, διαθέτοντας πολυάριθμα σχεδιαστικά στοιχεία αποκλειστικά για το μοντέλο όπως η εντυπωσιακή οροφή που θυμίζει κράνος, τα κάθετα πίσω φώτα, η εξαγωνική μάσκα και οι μεγάλοι προβολείς. Τα πλαίσια των πλαϊνών φλας, θυμίζουν βέλος, με τις ράγες οροφής να είναι σε σατινέ αλουμίνιο, και να συνδυάζονται με ασημί ένθετα μαρσπιέ, προσδίδοντας οπτική έμφαση στο ύψος του αυτοκινήτου. Οι οριζόντιες γραμμές κυριαρχούν πίσω, με τα κάθετα διατεταγμένα φώτα να δημιουργούν μία όμορφη αντίθεση.

Ανάλογα την έκδοση διαθέτει και LED φωτιστικά σώματα, με τα LED φώτα ημέρας να τοποθετούνται για πρώτη φορά. Αυτά έχουν χαρακτηριστικό στρογγυλό σχήμα, με την ιδιάζουσα, ελαφρώς ασύμμετρη καμπύλη των φώτων να συνδυάζεται με τη μάσκα, διαμορφώνοντας μία αναγνωρίσιμη εμφάνιση.

Οι δυναμικές αναλογίες χαρίζουν στο νέο Countryman μία άκρως χαρακτηριστική εμφάνιση. Η αναγνωρίσιμη αύρα του προσδιορίζεται από τη μεγαλύτερη απόσταση από το έδαφος, η οποία φτάνει τα 165 χλστ. Το νέο μοντέλο, με κωδική ονομασία F60, υιοθετεί τα κλασικά σχεδιαστικά στοιχεία της εταιρίας, όπως η τριπλή δομή στο προφίλ (οροφή, κρυστάλλινες επιφάνειες και αμάξωμα), καθώς και κοντούς προβόλους, μεγάλους θόλους τροχών και αύξηση του πλάτους από επάνω προς τα κάτω. Υπάρχουν ακριβείς γραμμές πάνω στις επιφάνειες του αμαξώματος, που υπογραμμίζουν το “αθλητικό” σχήμα του αυτοκινήτου, και τον lifestyle  προσανατολισμό του μοντέλου.

Κλείνοντας τα περί αυτοκινήτου, το Countryman δεν έχει περάσει ακόμα τις δοκιμές σύγκρουσης του EuroNCAP, με τους ιθύνοντες της εταιρίας να είναι αισιόδοξοι ότι θα έχει παρόμοια βαθμολογία με το X1 (πέντε αστέρια).

Εσωτερικό

Το μεγαλύτερο κέρδος της δεύτερης γενιάς του Countryman βρίσκεται στην καμπίνα του, με την ποιότητα κατασκευής και οι χώροι να είναι σαφώς ανώτεροι σε σχέση με το παρελθόν, αναβαθμίζοντας πάρα πολύ την συνολική εικόνα του αυτοκινήτου. Πλέον το εσωτερικό του νέου Countryman έχει ποιοτικό premium περιβάλλον, με την αυξημένη ευρυχωρία να προσθέτει πόντους στην πρόοδο που έχει επιτευχθεί στη νέα γενιά. Επιπλέον, τόσο ο οδηγός, όσο και ο συνοδηγός απολαμβάνουν περισσότερο χώρο στην περιοχή του κεφαλιού και των ώμων, ενώ το εύρος ρύθμισης των καθισμάτων έχει επίσης αυξηθεί.

Οι στενές εμπρός κολόνες του αμαξώματος και η υπερυψωμένη θέση των καθισμάτων, προσφέρουν άριστη ορατότητα κατά τους ελιγμούς, ενώ στην πίσω σειρά υπάρχουν τρία καθίσματα κανονικών διαστάσεων. Αυτά είναι συρόμενα, με τις πλάτες να έχουν ανάκληση για μεγαλύτερη άνεση. Τα ανοίγματα των πίσω θυρών έχουν διευρυνθεί συγκριτικά με του προηγούμενου μοντέλου, διευκολύνοντας την είσοδο και την έξοδο, ενώ επιπλέον του εσωτερικού πλάτους, ο χώρος για τα πόδια είναι αισθητά περισσότερος, καθώς με το κάθισμα του οδηγού στο ύψος μου, πίσω θα κάτσει σχετικά άνετα ένας ενήλικας.

Ο σχεδιασμός της κονσόλας φέρει αρκετά στοιχεία από το Clubman, χωρίς ωστόσο να είναι αυτούσιος. Η καθαρά οριζόντια δομή του, οι επιμηκυμένες γραμμές και οι πλούσιες επιφάνειες του ταμπλό τονίζουν το στιβαρό χαρακτήρα του νέου Countryman. Οι αεραγωγοί πλέον έχουν κάθετο προσανατολισμό, με τον πίνακα οργάνων να είναι γνωστός από τα υπόλοιπα μοντέλα της εταιρίας, όπως και η οθόνη αφής του συστήματος ενημέρωσης και ψυχαγωγίας. Αυτή περιβάλλεται από ένα LED δαχτυλίδι, που προσαρμόζει το φωτισμό στις οδηγικές συνθήκες, και αποτελεί τμήμα του Excitement Package, που επίσης περιλαμβάνει LED φωτισμό περιβάλλοντος και μία προβολή του λογοτύπου MINI από τον εξωτερικό καθρέπτη της πλευράς του οδηγού όταν ανοίγει και κλείνει η πόρτα.

Πέρα από την υψηλή ποιότητα των υλικών και το ακριβές φινίρισμα, τα σύγχρονα, εργονομικά βελτιστοποιημένα χειριστήρια συμβάλλουν σε μια πιο άνετη και υψηλής αισθητικής συμβίωση. Υπάρχουν ποικίλες λύσεις αποθήκευσης, που συμβάλλουν στη βελτιστοποιημένη λειτουργικότητα του αυτοκινήτου. Μπροστά και πίσω υπάρχουν θήκες στις πόρτες που χωράνε μπουκάλια 1 λίτρου. Η μεγάλη κεντρική κονσόλα που εκτείνεται μέχρι το ταμπλό οργάνων έχει έναν ενσωματωμένο αποθηκευτικό χώρο και δύο ποτηροθήκες μπροστά από το λεβιέ ή τον επιλογέα ταχυτήτων, με τον περιστροφικό διακόπτη που χειρίζεται την οθόνη και τον διακόπτη για το ηλεκτρικό χειρόφρενο να βρίσκονται επίσης στην κεντρική κονσόλα.

Τέλος, ο χώρος αποσκευών ανέρχεται στα 450 λίτρα, αυξημένος κατά 100 λίτρα σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο, ενώ όταν αναδιπλωθούν τα καθίσματα σε αναλογία 60/40 ή 40/20/40, αυτός ανέρχεται στα 1.390 λίτρα.

Κινητήρες

Για το λανσάρισμα του νέου Countryman υπάρχουν δύο βενζινοκινητήρες και δύο diesel turbo κινητήρες, που διαθέτουν τεχνολογία TwinPower, όλοι προερχόμενοι από την BMW. Έτσι, στην βάση υπάρχει το Cooper Countryman, που κινείται με τον 3-κύλινδρο βενζινοκινητήρα, με χωρητικότητα 1.499 κ.εκ., απόδοσης 136 ίππων και 220 Nm ροπής. Ακολουθεί το Cooper S Countryman, που κινείται με τον 4-κύλινδρο βενζινοκινητήρα, με χωρητικότητα 1.998 κ.εκ., απόδοσης 192 ίππων και 280 Nm ροπής.

Από πλευράς πετρελαιοκινητήρων, το Cooper D Countryman κινείται με τον 4-κύλινδρο κινητήρα χωρητικότητας 1.995 κ.εκ., απόδοσης 150 ίππων και 330 Nm ροπής, για να ακολουθήσει η δυνατότερη Cooper SD έκδοση, που κινείται με τον ίδιο κινητήρα, απόδοσης 190 ίππων και 400 Nm ροπής.

Τιμές

Το νέο Mini Countryman είναι ήδη διαθέσιμο στην ελληνική αγορά, με όλες τις παραπάνω εκδόσεις να συνδυάζονται και με σύστημα τετρακίνησης ALL4. Σύμφωνα με την εταιρία είναι κατά μέσο όρο περίπου €1.000 ευρώ πιο ακριβό από το μοντέλο που αντικαθιστά, αλλά διαθέτει πλουσιότερο εξοπλισμό. Έτσι, οι τιμές της κάθε έκδοσης ορίζονται ως εξής:

Έκδοση Κυβισμός Ισχύς (hp) Εκπομπές ρύπων (CO2) Τιμή (ευρώ)
Cooper 1.499 136 126 26.970
Cooper ALL4 1.499 136 139 31.170
Cooper S 1.998 192 141 33.550
Cooper S ALL4 1.998 192 159 36.120
Cooper D 1.995 150 113 32.400
Cooper D ALL4 1.995 150 127 35.450
Cooper SD 1.995 190 121 41.660
Cooper SD ALL4 1.995 190 129 44.340

Αργότερα, και μέχρι τον Ιούνιο θα έρθει στην Ελλάδα και η entry-level πετρελαιοκίνητη έκδοση με 1,5-λίτρου κινητήρα, απόδοσης 116 ίππων και 270 Nm ροπής.

Στον δρόμο

Μετά την παραλαβή των αυτοκινήτων από τα κεντρικά της εταιρίας στην Κηφισιά, κατευθυνθήκαμε -μέσω εθνικής και επαρχιακής οδού- στο ορεινό χωριό Παύλιανη, μετά από μια απόσταση 220 χλμ. Στα χέρια μας είχαμε την πετρελαιοκίνητη Cooper SD έκδοση του μοντέλου, ενώ το απόγευμα και κατά την επιστροφή την βενζινοκίνητη Cooper, με τα 136 άλογα, πάντα με αυτόματο κιβώτιο.

Μετά από περίπου 180 χλμ. που οδηγήσαμε και τα δύο αυτοκίνητα, η πρώτη εμπειρία από το νέο Countryman είναι εντυπωσιακά καλή. Το βρετανικό αυτοκίνητο διατηρεί όλα τα άριστα χαρακτηριστικά του X1, προσθέτοντας την κατάλληλη και απαραίτητη sport νότα που χρειάζεται. Με το που κάτσεις στο άνετο κάθισμα, θα βρεις την κατάλληλη θέση οδήγησης μέσω των πολλαπλών ρυθμίσεων του τιμονιού και του καθίσματος, με την υψηλή θέση οδήγησης να προσφέρει πολύ καλή ορατότητα δεξιά και αριστερά, καθώς προς τα πίσω οι μεγάλες τρίτες κολόνες, θα περιορίσουν το οπτικό πεδίο κατά το παρκάρισμα.

Στον τομέα της ανάρτησης δεν αλλάζει κάτι, και υπάρχουν γόνατα McPherson εμπρός και άξονας πολλαπλών συνδέσμων πίσω, αλλά οι ρυθμίσεις των αμορτισέρ και των ελατηρίων, μαζί με το πιο στιβαρό πλαίσιο έχουν αλλάξει άρδην και προς το καλύτερο την συμπεριφορά του αυτοκινήτου στον δρόμο. Το νέο Countryman είναι πλέον απόλυτα φιλικό σε καθημερινή χρήση, αποβάλλοντας τον πολύ σφιχτό και ενοχλητικό χαρακτήρα του προηγούμενου μοντέλου. Δεν έχει προσανατολισμό την άνεση, όπως το Clubman, και παρά τα χαμηλοπρόφιλα ελαστικά, διαστάσεων 225/55 και με τροχούς 17 ιντσών, δεν θα περάσουν στη καμπίνα πολλές από τις ανωμαλίες του οδοστρώματος.

Εμφανίζει αισθητά πιο πολιτισμένο σε σχέση με το παρελθόν, αλλά δεν χάνει τον σπορ προσανατολισμό του, με τη λειτουργία της ανάρτησης να προσφέρει απείρως καλύτερη ποιότητα κύλισης, ενώ φιλτράρει και τους περισσότερους θορύβους από τον δρόμο. Ο diesel κινητήρας της SD έκδοσης είναι απολαυστικός τόσο στο ταξίδι, όσο και στον επαρχιακό δρόμο. Η άφθονη δύναμη και η πλούσια ροπή του κρύβουν τα 1.465 κιλά του αμαξώματος, αποτελώντας ίσως τον πιο ιδανικό συνδυασμό για γρήγορη κάλυψη μεγάλων αποστάσεων. Και όλα αυτά, με την κατανάλωση να μην υπερβαίνει τα 8,5 λίτρα/100 χλμ., παρότι το πιέσαμε ιδιαίτερα πολύ.

Στον ανοιχτό δρόμο παραμένει ακλόνητα σταθερό, ευθύβολο και δεν επηρεάζεται από τους πλευρικούς ανέμους, δείχνοντας ικανό να σε ταξιδέψει άνετα για πολλά χλμ., ενώ οι αεροδυναμικοί θόρυβοι και ο ήχος από τον δρόμο γίνονται αισθητοί πάνω από τα 140 χλμ/ώρα, χωρίς να είναι πολύ ενοχλητικοί.

Κατά την επιστροφή, και πριν οδηγήσουμε τον βενζινοκινητήρα, είχαμε την ευκαιρία να ταξιδέψουμε και στις πίσω θέσεις, απολαμβάνοντας την ευρυχωρία και την άνεση του επιπλέον χώρου, και της ηχομόνωσης της καμπίνας. Ο μικρός βενζινοκινητήρας, και αυτός που ίσως έχει το μεγαλύτερο εμπορικό ενδιαφέρον στην χώρα μας, έδειξε ότι το βάρος του αμαξώματος, καθώς και η μεγάλη μετωπική επιφάνεια είναι ανασταλτικοί παράγοντες για γρήγορες μετακινήσεις. Έτσι, παρότι δεν έχει την ίδια σπιρτάδα και έκρηξη, η γεμάτη λειτουργία του θα σε κάνει να νιώσεις ένα τράβηγμα σε μεγάλο εύρος στροφών. Είναι ελαστικός από χαμηλά και απλώνει τη δύναμή του καλά, κάτι που διαπιστώνεται και από τις καλές ρεπρίζ του. Θα χρειαστεί όμως να περάσει τις 3.000 σ.α.λ. για να νιώσεις πραγματικό ξύπνημα, που θα το κρατήσει μέχρι 5.500 σ.α.λ. και θα δεις τα χλμ/ώρα να ανεβαίνουν σχετικά γρήγορα. Όταν οδηγείς στο sport mode και κινείσαι μέσα σε αυτό το ωφέλιμο φάσμα, το γκάζι αποκρίνεται με εξαιρετική ακρίβεια, ξεχνώντας οποιοδήποτε lag.

Συμπέρασμα

Το νέο MIni Countryman είναι ένα εντελώς διαφορετικό αυτοκίνητο σε σχέση με το παρελθόν, και παρότι διατηρεί αρκετά από τα σπορ γονίδια του, έχει εμφανώς πιο οικογενειακό χαρακτήρα. Είναι ευχάριστο στο δρόμο, προσφέροντας υψηλά επίπεδα άνεσης σε όλους τους επιβάτες, και αποτελεί πλέον το ιδανικό αυτοκίνητο για τον trendy και μοντέρνο πελάτη, καλύπτοντας επαρκώς κάθε ανάγκη για αστικές μετακινήσεις, όσο και για μεγάλα ταξίδια, πρακτικά χωρίς συμβιβασμούς σε άνεση, έχοντας παράλληλα αρκετά απολαυστική οδήγηση συμπεριφορά.  Η τιμή του είναι ακριβή, αλλά ποτέ τα Mini δεν διακρίνονταν για το value-for-money χαρακτήρα τους, καθώς ο κύριος λόγος αγοράς τους είναι το lifestyle.

Φωτογραφίες