Ο Αθανάσιος Ράντος, ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δηλώνει πως ο ιδιοκτήτης ενός αυτοκινήτου που διαθέτει παράνομο λογισμικό, μπορεί να διεκδικήσει αποζημίωση από την κατασκευάστρια εταιρία. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης, υπό τον όρο ότι, κατ’ εφαρμογή της αρχής της αποτελεσματικότητας, η αποζημίωση αυτή είναι προσήκουσα.

Ο αγοραστής μιας μεταχειρισμένης Mercedes C220 CDI, της οποίας το σύστημα ανακυκλοφορίας καυσαερίων περιελάμβανε “θερμοκρασιακό παράθυρο”, άσκησε αγωγή αποζημίωσης κατά της Mercedes-Benz ενώπιον του πρωτοδικείου του Ravensburg στη Γερμανία. Το θερμοκρασιακό παράθυρο μειώνει τον συντελεστή ανακυκλοφορίας των καυσαερίων όταν οι εξωτερικές θερμοκρασίες είναι πιο ψυχρές, γεγονός που συνεπάγεται αύξηση των εκπομπών οξειδίου του αζώτου (NOx).

1

Κατά την προκαταρκτική εκτίμηση του πρωτοδικείου του Ravensburg, το επίμαχο θερμοκρασιακό παράθυρο συνιστά παράνομο σύστημα αναστολής (παράνομο λογισμικό) κατά το δίκαιο της Ένωσης, καθόσον φαίνεται ότι δεν αποσκοπεί στην προστασία του κινητήρα από άμεσους κινδύνους ζημιών που προκαλούν συγκεκριμένο κίνδυνο κατά την οδήγηση του οχήματος, αλλά μόνον προφυλάσσει τον κινητήρα από τη φθορά.

Το πρωτοδικείο του Ravensburg ζήτησε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διευκρινίσει αν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέχει σε μεμονωμένο αγοραστή οχήματος εξοπλισμένου με τέτοιο σύστημα αναστολής, αξίωση αποζημίωσης κατά του κατασκευαστή αυτοκινήτων, λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης, ειδικά δε σε περίπτωση που συντρέχει μόνον αμέλεια.

Εν προκειμένω, η Mercedes-Benz φαίνεται ότι δεν ενήργησε εκ προθέσεως. Κατά το γερμανικό δίκαιο, στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδικοπρακτική ευθύνη εάν η σχετική με την έγκριση ΕΚ τύπου οχημάτων νομοθεσία της Ένωσης, η οποία απαγορεύει τη χρήση τέτοιων συστημάτων αναστολής, αποσκοπεί και στην προστασία των συμφερόντων του μεμονωμένου αγοραστή.

2

Εάν τούτο συμβαίνει, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί ο τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης και ιδίως αν το όφελος από τη χρήση του οχήματος πρέπει να αφαιρεθεί από το επιστρεπτέο τίμημα της πώλησης. Με τις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Αθανάσιος Ράντος προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει, πρώτον, ότι η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την έγκριση ΕΚ τύπου οχημάτων προστατεύει τα συμφέροντα του μεμονωμένου αγοραστή μηχανοκίνητου οχήματος, ιδίως δε το συμφέρον του να μην αγοράσει όχημα εξοπλισμένο με παράνομο σύστημα αναστολής. Συγκεκριμένα, μέσω του πιστοποιητικού συμμόρφωσης ΕΚ, ο κατασκευαστής παρέχει στον αγοραστή τη διαβεβαίωση ότι το όχημα που αγόρασε πληροί τις απαιτήσεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δεύτερον, ο γενικός εισαγγελέας προτείνει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποφανθεί ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι ο αγοραστής οχήματος έχει αξίωση αποζημίωσης κατά του κατασκευαστή αυτοκινήτων σε περίπτωση που το όχημα είναι εξοπλισμένο με παράνομο σύστημα αναστολής. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη οφείλουν να εφαρμόζουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις.

Τρίτον, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τους κανόνες που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης. Ωστόσο, κατ’ εφαρμογή της προβλεπόμενης από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρχής της αποτελεσματικότητας, η αποζημίωση πρέπει να είναι προσήκουσα.

Στην υπό κρίση υπόθεση, εναπόκειται στο πρωτοδικείο του Ravensburg να εξακριβώσει αν εξασφαλίζει προσήκουσα αποκατάσταση της ζημίας για τον αγοραστή, το γεγονός ότι από το επιστρεπτέο τίμημα του οχήματος αφαιρείται το όφελος που προκύπτει από την πραγματική χρήση του οχήματος, υπό κανονικές συνθήκες χρήσης.

3

Ως προς το ζήτημα αυτό, ο γενικός εισαγγελέας προσθέτει ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποφανθεί εάν το όφελος από τη χρήση του οχήματος πρέπει να υπολογιστεί με βάση το συνολικό καταβληθέν τίμημα, χωρίς συνυπολογισμό της μείωσης της αξίας λόγω της τοποθέτησης παράνομου συστήματος αναστολής ή/και λόγω της χρήσης οχήματος μη σύμφωνου με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τέλος, όσον αφορά μια πτυχή της γερμανικής πολιτικής δικονομίας, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά επικουρικώς ότι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει σε μονομελή δικαστικό σχηματισμό, όταν αυτός κρίνει ότι, στο πλαίσιο υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του, ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας ή κύρους του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί του οποίου πρέπει να εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την υποχρέωση να παραπέμψει το ζήτημα αυτό σε πολιτικό τμήμα, με συνέπεια να κωλύεται η εκ μέρους του υποβολή αίτησης προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4

Να σημειωθεί πως οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά οι δικαστές τις ακολουθούν στην πλειονότητα των υποθέσεων. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.