Αναμφίβολα το πιο εμβληματικό supercar της δεκαετίας του 1980 είναι η Ferrari F40 και μέχρι σήμερα παραμένει ένα από τα πιο ποθητά αυτοκίνητα. Αν και το αυτοκίνητο δεν προοριζόταν ποτέ αρχικά για αγωνιστική χρήση, πολλοί άνθρωποι είδαν τις δυνατότητές του. Η Ferrari εξουσιοδότησε τον Michelotto να κατασκευάσει μια σειρά αγωνιστικών που τηρούν τους κανόνες IMSA, δίνοντας στο τότε ταχύτερο αυτοκίνητο παραγωγής στον κόσμο την ευκαιρία να συμμετέχει σε αγώνες.

Ο Michelotto κατασκεύασε 19 F40 LM για το Le Mans, 7 F40 GT για το ιταλικό πρωτάθλημα supercar και άλλα 7 F40 GTE, την εξέλιξη της F40 LM που κατασκευάστηκαν για τη σειρά BPR Global GT. Με την επιτυχία και τον ενθουσιασμό που δημιουργήθηκε γύρω από την εμφάνιση των GT και GTE εκδόσεων, μια σειρά από άλλες F40 που γεννήθηκαν ως αυτοκίνητα δρόμου αναβαθμίστηκαν για αγωνιστική χρήση, όπως αυτή των φωτογραφιών.

Πρόκειται για την F40 με αριθμό πλαισίου 80782 που αρχικά παραδόθηκε στην Kroymans BV, τον επίσημο εισαγωγέα της Ferrari στην Ολλανδία, τον Νοέμβριο του 1989. Το αυτοκίνητο παρέμεινε στην Ολλανδία και τρία χρόνια και μετατράπηκε σε αγωνιστικό από τον Peter van Erp της Cavallino Tuning, τον αγωνιστικό βραχίονα της Kroymans. Δεν έγινε καμία αναβάθμιση στον κινητήρα τότε, αλλά ο van Erp τροποποίησε την ανάρτηση τοποθετώντας ολοκαίνουργια αγωνιστικά αμορτισέρ της Intracks, σύστημα οργάνων Stack, αγωνιστικά φρένα και αμάξωμα, βάφοντας το αυτοκίνητο σε κίτρινο χρώμα.

Αργότερα το αυτοκίνητο πουλήθηκε στην Dutch Racing Promotions του Blaricum, στην Ολλανδία για χρήση από τον H. W. te Pas. Κατά τη διάρκεια των σεζόν 1993 και 1994, οδηγήθηκε από τον te Pas μαζί με τον Dunclan Huisman και τον David Hart.

Το 1995 τροποποιήθηκε περαιτέρω για να παραμείνει ανταγωνιστικό στους αγώνες. Οι εργασίες έγιναν από την G-Tex του Ηνωμένου Βασιλείου και επιβλέπονταν από τον Will Gollup σε συνεργασία με τον Michelotto. Τότε αναβαθμίστηκε και ο κινητήρας ώστε να αποδίδει περισσότερα από 700 άλογα. Το αυτοκίνητο αργότερα τροποποιήθηκε περαιτέρω από τον David Hart ώστε να συμμετέχει στο Ferrari/Porsche Challenge, με οδηγούς τους Hart και Mike Hezemans και αγωνίστηκε ξανά στην ίδια σειρά το 1998, με τους HW te Pas, David Hart και Bert Ploeg.

Αργότερα το 1997, το αυτοκίνητο πουλήθηκε στον συλλέκτη και οδηγό αγώνων της Ferrari, Michel Oprey. Το αυτοκίνητο αναβαθμίστηκε περαιτέρω κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1997-1998.

Ο Oprey συμμετείχε με το αυτοκίνητο σε αγώνες μέχρι το 2006. Την ίδια χρονιά, το αυτοκίνητο πουλήθηκε σε μια αγωνιστική ομάδα με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία συνέχισε να αγωνίζεται με αυτό μέχρι το 2009. Το αυτοκίνητο συντηρήθηκε από τον Elias Elia της Autofficina στο Eposom του Surrey στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2019. Αυτό περιλάμβανε δοκιμή ρωγμών της ανάρτησης, τοποθέτηση νέων ρεζερβουάρ καθώς και τοποθέτηση νέου πυροσβεστήρα.

Μετά την απόκτησή του από τον σημερινό ιδιοκτήτη, η F40 αποστέλλεται στον φημισμένο Όμιλο Zanasi στο Μαρανέλο της Ιταλίας. Σε απόσταση αναπνοής από το εργοστάσιο της Ferrari, η Zanasi έχει μια σχέση σχεδόν 60 χρόνων με τη Ferrari και είναι το επίσημο κατάστημα για όλες τις απαιτητικές extracampionario βαφές της Ferrari για τα Supercars, τις Tailor-Made εκδόσεις και τα Icona αυτοκίνητα της.

Ως μέρος της αποκατάστασης, το αυτοκίνητο αποσυναρμολογήθηκε πλήρως και αφαιρέθηκε από το σώμα το χρώμα. Στη συνέχεια, το αυτοκίνητο ξαναβάφτηκε στο γκρι χρώμα Grigio Nardo τριπλής επίστρωσης και στο εσωτερικό τοποθετήθηκαν μπλε ηλεκτρί υφασμάτινες επενδύσεις. Ταυτόχρονα έγινε και μηχανικό σέρβις στο αυτοκίνητο. Το κόστος των εργασιών της Zanasi ξεπέρασαν τα 123.000 ευρώ και χρειάστηκαν αρκετοί μήνες για να ολοκληρωθούν.

Σήμερα το αυτοκίνητο εκτιμάται ότι αποδίδει μεταξύ 700 και 1.000 ίππους, ανάλογα με την επιλεγμένη ρύθμιση, δημιουργώντας μια πραγματικά συναρπαστική εμπειρία οδήγησης. Πωλείται μέσω του RM Sotheby’s και η τιμή του γίνεται γνωστή μονάχα στους ενδιαφερόμενους.