Η Βρετανία αποχωρεί από την Ευρωπαϊκή οικογένεια στις 31 του μηνός και ο Βρετανός πρωθυπουργός Boris Johnson μελετά την περίπτωση να χρησιμοποιήσει την απειλή υψηλών δασμών για να εντείνει τις πιέσεις προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις ΗΠΑ και άλλα κράτη προκειμένου να συνάψουν εμπορικές συμφωνίες με το Ηνωμένο Βασίλειο, στην μετά Brexit εποχή.

Ο Johnson και οι υπουργοί του συζήτησαν την περίπτωση να χρησιμοποιήσουν τους δασμούς ως “μοχλό πίεσης” σε μια προσπάθεια να επιταχύνουν τις εμπορικές συνομιλίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε δασμούς ύψους 10% σε γερμανικά αυτοκίνητα και 30% σε κάποια γαλλικά τυριά.

Στη συνεδρίαση της επιτροπής που είναι αρμόδια για τη στρατηγική εξόδου από την ΕΕ και που διεξήχθη την περασμένη Πέμπτη, οι υπουργοί συμφώνησαν ότι οι δασμοί είναι μια περίπτωση που θα πρέπει να εξεταστεί.

Οι υπουργοί συμφώνησαν επίσης να θέσουν ως προτεραιότητα την Ιαπωνία, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία ως χώρες “πρώτης βαθμίδας” στις διαπραγματεύσεις και να θέσουν άλλες χώρες στη “δεύτερη βαθμίδα”.

Ο Johnson θα παρουσιάσει το σχέδιο διαπραγμάτευσης στις αρχές Φεβρουαρίου, ενώ την προηγούμενη εβδομάδα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Steven Mnuchin, δήλωσε πως οι ΗΠΑ θέλουν να συνάψουν εμπορική συμφωνία με τη Βρετανία εντός του έτους.

Ο επικεφαλής διαπραγματευτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Brexit, Michel Barnier, προειδοποίησε τη Βρετανία ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα κάνει συμβιβασμό “ποτέ, ποτέ, ποτέ” για την ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς της, προσθέτοντας ότι το Λονδίνο υποτίμησε το κόστος της αποχώρησης.

Ορισμένοι Βρετανοί πολιτικοί υπαινίχθηκαν ότι οι Βρυξέλλες θα πρέπει να είναι ευέλικτες στους κανόνες που έχουν προκειμένου να προστατεύουν τις εμπορικές ροές, αλλά ο Barnier δήλωσε από το Μπέλφαστ ότι η ενιαία αγορά της ΕΕ είναι το πιο πολύτιμο αγαθό της Ένωσης και δεν θα διακυβευτεί.

Ο Barnier δήλωσε επίσης ότι η ΕΕ θα παρακολουθεί από πολύ κοντά τα στοιχεία της Βόρειας Ιρλανδίας στη συμφωνία της Βρετανίας για το Brexit και δεν θα επιτρέψει στο Λονδίνο να ανοίξει εκ νέου τη συμφωνία “υπό το πρόσχημα της εφαρμογής”.