Οι οδηγοί ηλικίας 16-24 ετών έχουν διπλάσιο έως τριπλάσιο κίνδυνο να εμπλακούν σε ατύχημα σε σχέση με τους πιο έμπειρους οδηγούς. Όταν σε αυτά τα ατυχήματα χάνει τη ζωή του ένας νέος οδηγός, σκοτώνονται περίπου 1,3 άτομα που βρίσκονται εκείνη την στιγμή είτε μέσα στο αυτοκίνητο, είτε σε άλλο όχημα, είτε στο σημείο του ατυχήματος. Τα ατυχήματα των νεαρών οδηγών διαφέρουν από αυτά των πιο έμπειρων οδηγών, καθώς αυτά συμβαίνουν τη νύχτα με ή χωρίς την εμπλοκή άλλου οχήματος και προέρχονται καθαρά από έλλειψη εμπειρίας.

Αυτό αναφέρει έρευνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει γίνει στις χώρες του ΟΑΣΑ, ενώ τα στοιχεία αυτά δεν διαφέρουν και στις χώρες εκτός ΟΑΣΑ. Τα σημαντικότερα αίτια των ατυχημάτων είναι η έλλειψη ελέγχου του αυτοκινήτου και οι υψηλές ταχύτητες. Ακόμη η κατανάλωση αλκοόλ σε μικρές ποσότητες έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στους νέους, παρά στους έμπειρους οδηγούς. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα τροχαία ατυχήματα αποτελούν την σημαντικότερη αιτία θανάτου ατόμων ηλικίας 15 έως 24 ετών στις χώρες του ΟΟΣΑ.

Οι βασικοί παράγοντες που εκθέτουν τους νέους οδηγούς σε αυτόν τον κίνδυνο είναι η οδηγική ανωριμότητα, η έλλειψη εμπειρίας, κάποια προβλήματα υγείας των οδηγών, αλλά και ο τρόπος ζωής που σχετίζεται με την ηλικία και το φύλο των νέων οδηγών, όπως για παράδειγμα το ξενύχτι και η σωματική κούραση. Από την άλλη ένα αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι οι νέοι άνδρες έχουν συχνά υπερβολική αυτοπεποίθηση για τις οδηγικές τους ικανότητες.

Η βιολογική έρευνα δείχνει ότι στην ηλικία των 18 ετών περιοχές του ανθρώπινου εγκεφάλου, που είναι υπεύθυνες για την ενσωμάτωση των πληροφοριών και τον έλεγχο των παρορμήσεων, εξακολουθούν να αναπτύσσονται. Αυτό έχει ως απόρροια τη βιολογική ανάπτυξή τους, αλλά και σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό την κοινωνική τους ανάπτυξη. Ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι συνήθως σε αυτή την ηλικία απομακρύνονται από τις επιρροές των γονιών τους και αποκτούν μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Ως εκ τούτου οι συνομήλικοι γίνονται ολοένα και πιο σημαντικοί για αυτούς, ιδιαίτερα στις επιλογές που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι νεαροί οδηγοί οδηγούν συχνά σε ώρες υψηλού κινδύνου και σε συνθήκες υψηλού κινδύνου. Έτσι οδηγούν το βράδυ, έχουν αυξημένη ταχύτητα, δεν φορούν ζώνες ασφαλείας και οδηγούν παλιά αυτοκίνητα που διαθέτουν λιγότερα χαρακτηριστικά ασφαλείας.

Φυσικά το να μάθεις να οδηγείς απαιτεί πολλή εξάσκηση πριν φτάσεις σε υψηλά επίπεδα. Συγκριτικά οι δεξιότητες χειρισμού οχημάτων είναι σχετικά εύκολο να κατακτηθούν μέσα σε λίγες μόνο ώρες, όμως οι δεξιότητες όπως η πρόβλεψη δυνητικά επικίνδυνων καταστάσεων κυκλοφορίας απαιτούν χρόνια εξάσκησης. Οι απαιτήσεις του οδικού περιβάλλοντος είναι μεγάλες και θα πρέπει να υπάρχει σχεδιασμός της διαδρομής και τροποποιήσεις ανάλογα με τα δεδομένα και τις καταστάσεις. Ωστόσο, η πολυπλοκότητα της οδήγησης παραμένει υπό τον έλεγχο του οδηγού και των προσωπικών του επιλογών σχετικά με τις ταχύτητες οδήγησης, τις αποστάσεις και τη θέση. Αυτές οι επιλογές μπορεί να οδηγήσουν σε μικρά ή μεγάλα περιθώρια ασφάλειας και βασίζονται στις προσωπικές του εκτιμήσεις σχετικά με την ικανότητα να χειρίζεται αυτές τις κυκλοφοριακές καταστάσεις.

Αρχικά οι άπειροι οδηγοί πρέπει να στοχεύουν σε μεγαλύτερα περιθώρια ασφάλειας, προκειμένου να αντισταθμίσουν την έλλειψη εμπειρίας τους. Στην πραγματικότητα, όμως, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο και οι νέοι συνήθως επιλέγουν μικρά περιθώρια ασφάλειας, συνέπεια του γεγονότος ότι αυτή η ηλικιακή ομάδα τείνει να υπερεκτιμά τις δεξιότητές της και να υποτιμά την πολυπλοκότητα της κυκλοφοριακής κατάστασης.

Οι νέοι αρχάριοι οδηγοί συχνά παρουσιάζουν προβλήματα κατά την οδήγηση, απόρροια της χρήσης αλκοόλ, ναρκωτικών, της κούρασης και της απόσπασης της προσοχής. Σε σύγκριση με έμπειρους οδηγούς, το αλκοόλ επιδεινώνει σε μεγαλύτερο βαθμό την απόδοση των οδηγικών καθηκόντων του νεαρού οδηγού. Η χρήση ναρκωτικών αυξάνεται σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα, με αποτέλεσμα την αύξηση του κινδύνου ατυχήματος. Ειδικότερα, η συνδυασμένη χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ οδηγεί σε εξαιρετικά υψηλούς κινδύνους ατυχημάτων. Οι νέοι επηρεάζονται, επίσης, έντονα από την απώλεια ύπνου, τη διάρκεια της εργασίας και όταν οδηγούν κατά τις ώρες ύπνου.

Αυτοί οι τρεις παράγοντες οδηγούν σε αυξημένη κόπωση, που μπορεί να αναγνωριστεί ως απώλεια ενέργειας, μειωμένη αντίδραση και αύξηση των πιθανοτήτων να αποκοιμηθεί στο τιμόνι. Η απόσπαση της προσοχής, ως αιτία οδηγικών λαθών είναι πιο εμφανής στους αρχάριους παρά στους πιο έμπειρους. Επιπλέον, οι νέοι συχνά κάνουν χρήση του κινητού τηλεφώνου, κάτι που μειώνει την προσοχή τους στην οδήγηση.

Τα αντίμετρα της ανωριμότητας και της απειρίας θα πρέπει να παρθούν από τους ίδιους. Η αποφυγή της χρήσης οινοπνεύματος, όπως και η μικρή ταχύτητα είναι το πρώτο που θα πρέπει να έχουν κατά νου. Εκτός από αυτά τα γενικά μέτρα, απαιτούνται ειδικά μέτρα για αρχάριους οδηγούς, όπως να αυξηθεί η εποπτευόμενη οδήγηση.

Δυνατότητες για βελτιώσεις μπορούν να επισημανθούν στην εκπαίδευση του οδηγού και να εφαρμοστούν προσομοιωτές, όπου θα επισημαίνονται τα κακώς κείμενα των καταστάσεων. Επίσης κατά τη διάρκεια της μάθησης οδήγησης θα πρέπει εκτός από τον έλεγχο του οχήματος, οι εκπαιδευτές να στραφούν στην επισήμανση των κινδύνων και στην αποφυγή τους.