Είμαι σίγουρος ότι θεωρείς την Alpina ως τον “επίσημο” βελτιωτή των αυτοκινήτων της BMW, αλλά κάτι τέτοιο -όπως θα διαβάσεις παρακάτω- δεν ισχύει. Τα πάντα ξεκινούν το 1962, όταν ο Burkard Bovensiepen ξεκινάει την αυτοκινητιστική του δραστηριότητα, με την εξέλιξη ενός διπλού καρμπυρατέρ της Weber για την BMW 1500.

Το 1964, οι κινητήρες της BMW με το καρμπυρατέρ της Alpina είναι τόσο καλοί, που η BMW και ο γενικός διευθυντής πωλήσεων της, Paul Hahnemman, αναγνωρίζουν την ανώτερη ποιότητα του προϊόντος και δίνουν την ίδια εγγύηση που έχουν και τα αυτοκίνητα με τον απλό κινητήρα. Αυτό, οδήγησε στην ίδρυση της Alpina, την 1η Ιανουαρίου του 1965, με προσωπικό 8 υπαλλήλους.

Τρία χρόνια αργότερα, ξεκίνησε η εμπλοκή της Alpina στους αγώνες αυτοκινήτου και μέχρι το 1973 οδήγησαν για αυτήν οδηγοί όπως: ο Derek Bell, ο Harald Ertl, ο James Hunt, ο Jacky Ickx, ο Niki Lauda, ο Brian Muir και ο Hans Stuck. Το 1970, η Alpina κέρδισε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα τουρισμού, τον 24ωρο αγώνα της πίστας του Spa, καθώς και όλα τα μεγάλα πρωταθλήματα της Γερμανίας.

Το 1971, η Alpina έπεισε την BMW να κατασκευάσει μια ελαφριά έκδοση της 3.0 CS, ώστε να συνεχιστεί η επιτυχημένη πορεία στο πρωτάθλημα τουρισμού. Έτσι, η βαυαρέζικη φίρμα ανέθεσε στην Alpina την εξέλιξη του μοντέλου και της 3.0 CSL Coupe. Φτάνοντας στο 1977 και μετά τη νίκη του Dieter Quester στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα τουρισμού με μια BMW Alpina 3,5 CSL, η Alpina ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από τους αγώνες, ώστε να επικεντρωθεί στην ανάπτυξη και παραγωγή των αυτοκινήτων δρόμου.

Έτσι, τον επόμενο χρόνο, η Alpina παρουσίασε τρία αυτοκίνητα εξ’ ολοκλήρου αναπτυγμένα από αυτήν, με κοινό τους χαρακτηριστικό την ηλεκτρονική ανάφλεξη. Ο λόγος για την Alpina B6 2,8, και για τις Alpina B7 Turbo Sedan & Coupe, οι οποίες βασίζονται στην αντίστοιχη Σειρά 5 και 6.

Και φτάνουμε στο 1983, όπου η Alpina αναγνωρίζεται επίσημα στην Γερμανία ως κατασκευαστής αυτοκινήτων, και όχι βελτιωτής. Η Alpina είναι η μοναδική εταιρία (εκτός της BMW) που έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί όποια μηχανικά μέρη της BMW επιθυμεί, χωρίς να περιορίζεται από τα συγκεκριμένα εξαρτήματα του κάθε μοντέλου.

Λόγου χάρη, η BMW ποτέ δεν τοποθέτησε τον 2,0-λιτρο TwinTurbo πετρελαιοκινητήρα στην Σειρά 3, αλλά μόνο στην Σειρά 1, στην έκδοση 123d. Ωστόσο, η Alpina το έκανε με την D3S. Σήμερα, η Alpina παράγει από 1.000 έως και 1.500 αυτοκίνητα ετησίως, 500 περίπου εκ των οποίων προορίζονται για την αγορά των ΗΠΑ και στις εγκαταστάσεις της στο Buchloe (δεν απέχει πολύ από το Μόναχο) απασχολούνται 190 εργαζομένους. Εξ αυτών, το 30% απασχολείται στο τμήμα μηχανικής εξέλιξης.

Κάθε όχημα της Alpina πρέπει να περάσει πολυάριθμες δοκιμές ποιότητας και απόδοσης πριν κυκλοφορήσει για σειρά παραγωγής, με την εταιρία να τα δοκιμάζει εκτενώς, αφού όπως προανέφερα δεν είναι βελτιωτής, αλλά κατασκευαστής. Ο χρόνος εξέλιξης ενός μοντέλου της Alpina είναι 30 μήνες, καθώς 30 μήνες πριν ξεκινήσει η παραγωγή του κλείνει η συμφωνία απευθείας με το Δ.Σ. της BMW. Έπειτα, ξεκινά την παραγωγή των πρωτοτύπων και κάνει δοκιμές των επιμέρους μηχανικών και αεροδυναμικών μερών.

Ένα χρόνο πριν την παρουσίαση του μοντέλου ξεκινάνε οι δοκιμές σε πραγματικές συνθήκες, ενώ τους τελευταίους τρεις μήνες ξεκινά η προ-παραγωγή για να γίνει το fine-tuning.

Συνεχίζοντας μερικά από τα ορόσημα της εταιρίας, το 1985 η Alpina έγινε η πρώτη και μοναδική εταιρία που τοποθέτησε μεταλλικούς (αντί για κεραμικούς) καταλύτες σε όλα της τα αυτοκίνητα, ενώ έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι να υιοθετηθούν οι μεταλλικοί καταλύτες και από άλλους κατασκευαστές.

Το 1992, η εταιρία παρουσίασε το Shift-Tronic κιβώτιο, το οποίο ήταν το πρώτο με ηλεκτροϋδραυλική λειτουργία του συμπλέκτη και 6 σχέσεις, ενώ τον επόμενο χρόνο η Alpina παρουσίασε το αυτόματο Switch-Tronic κιβώτιο, ήτοι ένα κλασσικό αυτόματο κιβώτιο με δυνατότητα επιλογής της σχέσης χειροκίνητα με κουμπιά/paddles στο τιμόνι.