Η FIA, οι ομάδες της Formula 1 και οι κατασκευαστές συμφώνησαν ομόφωνα για προσαρμογές στους κανονισμούς που διέπουν το σπορ. Οι αλλαγές επικεντρώνονται κυρίως στη διαχείριση της ενέργειας, με στόχο οι κατατακτήριες δοκιμές να γίνουν πιο απαιτητικές και να αυξηθεί το επίπεδο ασφάλειας.
Μετά από δύο γύρους συζητήσεων με τους τεχνικούς διευθυντές, πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ της FIA, της Formula 1, των ομάδων και των κατασκευαστών μονάδων ισχύος. Η ατζέντα αφορούσε τη βελτίωση των τεχνικών κανονισμών με βάση τα δεδομένα των τριών πρώτων αγώνων της σεζόν.

Παρά τα παράπονα για τις διακυμάνσεις στην ταχύτητα, η FIA και η F1 κατέστησαν σαφές ότι δεν θεωρούν προβληματικό το επίπεδο του ανταγωνισμού, επομένως απέφυγαν τις ριζικές αλλαγές. Η συναίνεση επιτεύχθηκε σε δύο βασικούς άξονες: την ενίσχυση της έντασης στις κατατακτήριες και τη βελτίωση της ασφάλειας, ιδιαίτερα μετά το ατύχημα του Oliver Bearman στην Ιαπωνία, όπου οι ταχύτητες προσέγγισης έπαιξαν καθοριστικό ρόλο.
Οι αλλαγές αφορούν τη διαχείριση της ενέργειας, τόσο στην ανάπτυξη όσο και στη ανάκτηση της. Πιο συγκεκριμένα, αυξάνεται από τα 250 kW στο μέγιστο των 350 kW από το Μαϊάμι και μετά. Αυτό επιτρέπει στους οδηγούς να ανακτούν περισσότερη ενέργεια ενώ παραμένουν με τέρμα το γκάζι.
Παρόλο που τα μονοθέσια θα εξακολουθούν να χάνουν τελική ταχύτητα στο τέλος των ευθειών, το προφίλ ταχύτητας θεωρείται πλέον πιο φυσικό και ασφαλές, αποφεύγοντας απότομα “lift and coast”. Το όριο συγκομιδής ενέργειας (harvesting) κατά τη διάρκεια των κατατακτηρίων μειώθηκε από τα 8 megajoules στα 7 megajoules, με δυνατότητα περαιτέρω μείωσης σε 12 συγκεκριμένες πίστες του ημερολογίου.
Σύμφωνα με τη FIA, αυτή η αλλαγή στοχεύει σε μια μέγιστη διάρκεια super clipping που μειώνεται σε περίπου 2-4 δευτερόλεπτα ανά γύρο. Στην Ιαπωνία, ένα αντίστοιχο προσωρινό μέτρο μείωσε το super clipping από τα 10 στα 6 δευτερόλεπτα ανά γύρο στη Suzuka, κάτι που πλέον καθιερώνεται ως δομικό μέτρο.

Η FIA προχωρά σε ρυθμίσεις και στην πλευρά της παροχής ισχύος. Έτσι, η χρήση της MGU-K παραμένει στα 350 kW για τις ζώνες κρίσιμης επιτάχυνσης, αλλά περιορίζεται στα 250 kW στα υπόλοιπα τμήματα της πίστας. Επιπλέον, η μέγιστη διαθέσιμη ισχύς μέσω του boost mode σε συνθήκες αγώνα περιορίζεται πλέον στα +150 kW.
Η FIA εξήγησε ότι αυτά τα μέτρα έχουν σχεδιαστεί για να μειώσουν τις υπερβολικές ταχύτητες προσέγγισης, διατηρώντας παράλληλα τις ευκαιρίες προσπέρασης και τα συνολικά χαρακτηριστικά απόδοσης.
Συνεχίζοντας, από το Μαϊάμι, η FIA θα δοκιμάσει ένα σύστημα ανίχνευσης εκκίνησης χαμηλής ισχύος (low power start detection system). Το σύστημα θα αναγνωρίζει μονοθέσια με ασυνήθιστα χαμηλή επιτάχυνση αμέσως μετά την απελευθέρωση του συμπλέκτη.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα ενεργοποιείται αυτόματη ανάπτυξη της MGU-K για να διασφαλιστεί ένα ελάχιστο επίπεδο επιτάχυνσης και να μετριαστούν οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την εκκίνηση, χωρίς να εισάγεται κανένα αθλητικό πλεονέκτημα. Παράλληλα, εισάγεται ένα οπτικό σύστημα προειδοποίησης με φώτα που αναβοσβήνουν στο πίσω και πλάι μέρος του μονοθεσίου για να ειδοποιούνται οι οδηγοί που ακολουθούν.
Όσον αφορά τις συνθήκες βροχής, αυξάνεται η θερμοκρασία στις ηλεκτρικές κουβέρτες για τα ενδιάμεσα ελαστικά, μειώνεται η ανάπτυξη του ERS, και απλοποιούνται τα συστήματα των πίσω φώτων.

Σε δηλώσεις του, ο Mohammed Ben Sulayem, πρόεδρος FIA, είπε:
Θα ήθελα να επαινέσω όλους σε όλο το οικοσύστημα της Formula 1 -το προσωπικό της FIA, τις ομάδες, τους οδηγούς και τους κατασκευαστές μονάδων ισχύος- για την εποικοδομητική και συνεργατική εργασία που πραγματοποιήθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Ενώ αντιμετωπίσαμε ένα απροσδόκητο κενό στο ημερολόγιο λόγω περιστάσεων πέρα από το άθλημα, όλα τα μέρη παρέμειναν πλήρως προσηλωμένα στο να ενεργήσουν προς το συμφέρον της Formula 1. Περισσότερο από ποτέ, οι οδηγοί βρέθηκαν στο επίκεντρο αυτών των συζητήσεων και θα ήθελα να τους ευχαριστήσω για την πολύτιμη συνεισφορά τους σε όλη αυτή τη διαδικασία.
Η ασφάλεια και η αθλητική δικαιοσύνη παραμένουν οι ύψιστες προτεραιότητες της FIA. Αυτές οι αλλαγές εισήχθησαν για να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα που εντοπίστηκαν στους πρώτους αγώνες και για να διασφαλιστεί η συνεχής ακεραιότητα και ποιότητα του ανταγωνισμού. Τώρα ανυπομονούμε για το υπόλοιπο μιας σεζόν που υπόσχεται να είναι συναρπαστική το 2026.
Με τη σειρά του, ο Toto Wolff, επικεφαλής της Mercedes, πρόσθεσε:
Πρέπει πραγματικά να πω ότι οι συζητήσεις που διεξήχθησαν μεταξύ της ομάδας των οδηγών, της FIA, της Formula 1 και των ομάδων ήταν εποικοδομητικές. Μοιραζόμαστε όλοι τους ίδιους στόχους: πώς μπορούμε να βελτιώσουμε το προϊόν, να το κάνουμε καθαρό αγώνα και να δούμε τι μπορούμε να βελτιώσουμε όσον αφορά την ασφάλεια. Αλλά να ενεργούμε με νυστέρι και όχι με ρόπαλο του μπέιζμπολ.
