Πληροφορίες που φέρνει στο φως η γαλλική εφημερίδα Les Echos αποκαλύπτουν ότι η κινεζική BYD επιχείρησε δύο φορές να αποκτήσει τον έλεγχο της Renault, χωρίς όμως να βρει ανταπόκριση τόσο από τη διοίκηση της γαλλικής αυτοκινητοβιομηχανίας όσο και από το γαλλικό κράτος, το οποίο αποτελεί στρατηγικό μέτοχο της εταιρείας.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η πρώτη προσέγγιση πραγματοποιήθηκε το 2024, όταν διευθύνων σύμβουλος της Renault ήταν ο Luca de Meo. Η δεύτερη ακολούθησε το φθινόπωρο του 2025, με τη Stella Li, επικεφαλής των ευρωπαϊκών δραστηριοτήτων της BYD, να παρουσιάζει προσωπικά την πρόταση στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της Renault, Jean-Dominique Senard.

Οι δύο επαφές πραγματοποιήθηκαν με απόλυτη διακριτικότητα, ωστόσο η φιλοσοφία της πρότασης παρέμεινε η ίδια. Η BYD επιδίωκε να αξιοποιήσει την τεχνογνωσία της στα ηλεκτρικά οχήματα και στις μπαταρίες, αποκτώντας παράλληλα πρόσβαση στις παραγωγικές εγκαταστάσεις της Renault στην Ευρώπη.
Η πρώτη απόπειρα δεν προχώρησε, καθώς η Renault είχε ήδη συνάψει συνεργασία με την Geely για δραστηριότητες εκτός Ευρώπης. Παράλληλα, η γαλλική εταιρεία είχε θέσει σαφή όρια όσον αφορά συνεργασίες τέτοιας κλίμακας στην ευρωπαϊκή της αγορά.
Η δεύτερη προσέγγιση χαρακτηρίζεται ως πιο άμεση. Μετά τη συμμετοχή της Stella Li στη σύνοδο Choose France και τις επαφές της στο Μέγαρο των Ηλυσίων, ακολούθησε συνάντηση υψηλού επιπέδου με τη διοίκηση της Renault. Η πρόταση προέβλεπε ανταλλαγή της τεχνολογικής υπεροχής της BYD, ιδιαίτερα στον τομέα των μπαταριών, με πρόσβαση στην ευρωπαϊκή παραγωγική βάση της Renault.
Ωστόσο, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα, η κινεζική εταιρεία δεν επιδίωκε μια ισότιμη στρατηγική συνεργασία. Αντίθετα, ο τελικός στόχος φερόταν να είναι η απόκτηση του ελέγχου της Renault, κάτι που θα μετέτρεπε έναν από τους σημαντικότερους βιομηχανικούς ομίλους της Γαλλίας σε θυγατρική κινεζικής εταιρείας.
Η υπόθεση αναδεικνύει τις αυξανόμενες φιλοδοξίες των κινεζικών κατασκευαστών στην ευρωπαϊκή αγορά. Η BYD φέρεται να εξετάζει διάφορες ευκαιρίες για εξαγορά ή κοινή χρήση εργοστασίων στην Ευρώπη, ενώ έχει συνδεθεί και με ενδιαφέρον για ιστορικές μάρκες όπως η Maserati. Στόχος της είναι η ταχύτερη δυνατή ενίσχυση της παρουσίας της στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία.
Καθοριστικό ρόλο στην απόρριψη των προτάσεων διαδραμάτισε το γαλλικό κράτος. Η Γαλλία κατέχει το 15% του μετοχικού κεφαλαίου της Renault, ενώ μέσω των ενισχυμένων δικαιωμάτων ψήφου που προβλέπει ο νόμος Florange ελέγχει σχεδόν το 30% των ψήφων. Το συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο έχει σχεδιαστεί ώστε να προστατεύει στρατηγικές γαλλικές επιχειρήσεις από ανεπιθύμητες εξαγορές.
Ως αποτέλεσμα, η απάντηση τόσο της Renault όσο και της γαλλικής κυβέρνησης ήταν αρνητική, με την προοπτική μεταβίβασης του ελέγχου της εταιρείας σε κινεζικό όμιλο να θεωρείται μη αποδεκτή.
