Μια πρόσφατη έρευνα του Κέντρου Οικονομικών Μελετών του Μονάχου (ifo Schnelldienst) σύγκρινε τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2) ενός Tesla Model 3 και ενός Mercedes C220d diesel και κατέληξε στο συμπέρασμα πως λαμβάνοντας υπόψη το σημερινό ενεργειακό μείγμα της Γερμανίας (η Γερμανία παράγει ρεύμα κυρίως από την καύση λιγνίτη, λιθάνθρακα και φυσικού αερίου) και την ποσότητα ενέργειας που χρησιμοποιεί στην παραγωγή μπαταριών, οι εκπομπές CO2 των ηλεκτρικών οχημάτων είναι, στη καλύτερη περίπτωση, ελαφρώς υψηλότερες από τις εκπομπές ενός πετρελαιοκινητήρα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις είναι κατά πολύ υψηλότερες.

Συγκεκριμένα, η παραγωγή και η χρήση ενός Tesla Model 3 στη Γερμανία, επιβαρύνει το περιβάλλον με 11% έως 28% περισσότερο CO2 σε σύγκριση με ένα αυτοκίνητο με σύγχρονο diesel κινητήρα. Γιατί συμβαίνει αυτό; Σύμφωνα με την έρευνα καταναλώνονται μεγάλα ποσά ενέργειας -άρα και πολλές εκπομπές CO2- για την εξόρυξη και την επεξεργασία του κοβαλτίου, του λιθίου και του μαγγανίου, υλικά που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των μπαταριών των ηλεκτρικών οχημάτων.

Σύμφωνα με την έρευνα, η παραγωγή των μπαταριών του Model 3 επιβαρύνει το περιβάλλον με 11 έως 15 τόνους CO2. Αν κάποιος υπολογίσει πως το συγκεκριμένο αυτοκίνητο θα διανύει 15.000 χλμ ετησίως για 10 χρόνια, τότε θα είναι υπεύθυνο για την παραγωγή 73 έως 98 γραμμάριων CO2/χιλιόμετρο, ενώ εάν υπολογίσει κάποιος και το CO2 που απαιτείται για την παραγωγή του ηλεκτρικού ρεύματος που θα φορτίσει τις μπαταρίες του, τότε το όχημα είναι υπεύθυνο για την εκπομπή από 156 έως 181 γραμμαρίων CO2/χιλιόμετρο. Για την Mercedes C220d η έρευνα υπολόγισε πως παράγει 141 γρ/χλμ CO2.

Η μελέτη επικρίνει επίσης την απόφαση την Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιτρέπει στα ηλεκτρικά οχήματα να συμπεριλαμβάνονται στους υπολογισμούς εκπομπών του στόλου με τιμή “μηδενικών” εκπομπών CO2, μιας και αυτό υποδηλώνει ότι τα ηλεκτρικά οχήματα δεν παράγουν τέτοιες εκπομπές. Ο στόχος για τα 59 γρ/χλμ CO2 έως το 2030, αντιστοιχεί σε μια κατανάλωση 2,2 λίτρων πετρελαίου ανά 100 χιλιόμετρα, μέτρηση που για την ώρα φαντάζει ανέφικτη.

Έτσι η έρευνα προτείνει την χρήση άλλων καθαρότερων πηγών ενέργειας, όπως παραδείγματος χάρη οι κινητήρες που καταναλώνουν φυσικό αέριο, οι οποίοι παράγουν τρεις φορές λιγότερο CO2 σε σχέση με έναν πετρελαιοκινητήρα.

Παράλληλα η έρευνα αναφέρει το πόσο καθαρότερες προς το περιβάλλον είναι η τεχνολογία κυψελών υδρογόνου και η κατανάλωση “πράσινου” μεθανίου στους κινητήρες εσωτερικής καύσης. Όπως αναφέρεται, η τεχνολογία μεθανίου είναι ιδανική για τη μετάβαση από τα οχήματα φυσικού αερίου με συμβατικούς κινητήρες σε κινητήρες που θα λειτουργούν με μεθάνιο. Στην περίπτωση αυτή, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας πρέπει να αντιμετωπίσει εξίσου όλες τις τεχνολογίες και να προωθήσει λύσεις υδρογόνου και μεθανίου.

Φυσικά τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά εάν η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος θα γινόταν αποκλειστικά και μόνο από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.