Μετά το τέλος του επεισοδιακού GP στου Άμπου Ντάμπι, η Mercedes διαμαρτυρήθηκε στη FIA σχετικά με παραβίαση των άρθρων 48.8 και 48.12 των κανονισμών. Ωστόσο η FIA απέρριψε και τις δύο ενστάσεις.

Η Mercedes, 30 λεπτά μετά το τέλος του αγώνα, κατέθεσε δύο ενστάσεις. Η μια ήταν για υποτιθέμενη παραβίαση του Άρθρου 48.8 των Αθλητικών Κανονισμών που αναφέρει:

Κανένας οδηγός δεν μπορεί να προσπεράσει άλλο μονοθέσιο στην πίστα, συμπεριλαμβανομένου του αυτοκινήτου ασφαλείας, μέχρι να περάσει τη γραμμή εκκίνησης τερματισμού (βλ. Άρθρο 5.3) για πρώτη φορά μετά την επιστροφή του αυτοκινήτου ασφαλείας στα πιτ.

Η Mercedes διαμαρτυρήθηκε και για υποτιθέμενη παραβίαση του άρθρου 48.12 των αθλητικών κανονισμών της FIA. Το συγκεκριμένο άρθρο αναφέρει πως:

Όποια μονοθέσια έχουν δεχθεί γύρο από τον επικεφαλής του αγώνα θα πρέπει να προσπεράσουν τα αυτοκίνητα που βρίσκονται στον τρέχοντα γύρο του αγώνα και το όχημα ασφαλείας.

Με εξαίρεση αν ο αλυτάρχης θεωρεί την παρουσία του οχήματος ασφαλείας ακόμα απαραίτητη, όταν τα αυτοκίνητα που έχουν δεχθεί γύρο περάσουν τον πρωτοπόρο του αγώνα, το όχημα ασφαλείας θα γυρίσει στα πιτς στο τέλος του επόμενου γύρου.

Η Mercedes υποστηρίζει πως δεν μεσολάβησε αυτός ο επιπλέον γύρος και ότι οι αγωνοδίκες έδωσαν εντολή μόνο στους Norris, Alonso, Ocon, Leclerc και Vettel να περάσουν, ενώ δεν έδωσαν την ίδια εντολή και στους Ricciardo, Stroll και Schumacher. Επέτρεψαν δηλαδή μόνο τα μονοθέσια που ήταν ανάμεσα στους δύο πρώτους, Hamilton και Verstappen και έτσι ο Ολλανδός βρέθηκε ακριβώς πίσω από τον Βρετανό.

Η Mercedes υποστηρίζει πως το αυτοκίνητο ασφαλείας θα έπρεπε να παραμείνει έναν ακόμη γύρο στην πίστα, οπότε ο αγώνας θα τελείωνε υπό καθεστώς αυτοκινήτου ασφαλείας, με τον Hamilton στη πρώτη θέση, άρα και πρωταθλητή.

Ο αθλητικός διευθυντής της Mercedes, Ron Meadows, ο διευθυντής μηχανικής στην πίστα Andrew Shovlin και ο νομικός σύμβουλος Paul Harris κλήθηκαν στις 19:45 (τοπική ώρα), όπως και ο αθλητικός διευθυντής της Red Bull, Jonathan Wheatley, για να διατυπώσουν τα επιχειρήματά τους.

Στις 22:14 (τοπική ώρα) η FIA ανακοίνωσε πως απέρριψε και τις δύο ενστάσεις, αναφέροντας:

Έχοντας εξετάσει τις διάφορες δηλώσεις των δύο μερών, οι αγωνοδίκες καθορίζουν ότι, παρόλο που το μονοθέσιο με το νούμερο 33 [Max Verstappen] για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα κινήθηκε ελαφρώς μπροστά από το μονοθέσιο με το νούμερο 44 [Lewis Hamilton], έγινε τη στιγμή που και τα δύο μονοθέσια επιτάχυναν και φρέναραν. Στη συνέχεια το μονοθέσιο 44 ήταν πίσω από το μονοθέσιο 33 μέχρι τη στιγμή που τελείωσε η περίοδος του αυτοκινήτου ασφαλείας, δηλαδή μέχρι τη στιγμή που τα μονοθέσια πέρασαν την γραμμή εκκίνησης τερματισμού.

Η Red Bull υποστήριξε πως το μονοθέσιο με το νούμερο 33 δεν προσπέρασε αυτό με το νούμερο 44, με και τα δύο αυτοκίνητα να πατούν και να αφήνουν το γκάζι και υπάρχουν εκατομμύρια αντίστοιχες προηγούμενες περιπτώσεις υπό το καθεστώς αυτοκινήτου ασφαλείας, όπου τα μονοθέσια βρέθηκαν δίπλα-δίπλα, και στη συνέχεια βρέθηκαν πίσω από το μονοθέσιο που προπορευόταν.

Για την δεύτερη ένσταση, οι αγωνοδίκες είπαν ότι παρόλο δεν εφαρμόστηκε πλήρως ο κανονισμός, καθώς το αυτοκίνητο ασφαλείας μπήκε στο τέλος του ίδιου γύρου, το άρθρο 48.13 το παρακάμπτει και μόλις εμφανιστεί το μήνυμα “Αυτοκίνητο ασφαλείας σε αυτόν τον γύρο”, είναι υποχρεωτική η απόσυρση του αυτοκινήτου ασφαλείας στο τέλος του γύρου αυτού.

Παρά το αίτημα της Mercedes να διορθώσουν οι αγωνοδίκες το θέμα τροποποιώντας την κατάταξη ώστε να αντικατοπτρίζει τις θέσεις στο τέλος του προτελευταίου γύρου, αυτό είναι ένα σημείο που οι αγωνοδίκες πιστεύουν ότι συντομεύει ουσιαστικά τον αγώνα αναδρομικά και ως εκ τούτου δεν είναι κατάλληλο.

Συνεπώς και οι δύο ενστάσεις απορρίπτονται.

Η Mercedes δήλωσε πως έχει πρόθεση να ασκήσει έφεση επί των αποφάσεων των αγωνοδικών. Αυτό σημαίνει πως έχει 96 ώρες για να αποφασίσει εάν θα συνεχίσει την δράση της και καταθέσει επίσημα έφεση στο Διεθνές Εφετείο της FIA. Αν και το Εφετείο απορρίψει την έφεση της Mercedes, τότε η ομάδα έχει το δικαίωμα να πάει την υπόθεση στο Αθλητικό Διαιτητικό Δικαστήριο (CAS).