Ένα βήμα πίσω αναμένεται να κάνει η κυβέρνηση στους χρονικούς περιορισμούς που έθετε το σχέδιο του Εθνικού Κλιματικού Νόμου, το οποίο την περίοδο της διαβούλευσης είχε ανοίξει πολλά μέτωπα, με επίκεντρο των επιθέσεων τα άρθρα 12, 14 και 17 που αφορούν την προώθηση οχημάτων μηδενικών εκπομπών, τα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών ρύπων του κτιριακού τομέα και τον περιορισμό των εκπομπών κατά 30% έως το 2030 (σε σχέση με το 2022) σε μια σειρά βιομηχανικών δραστηριοτήτων.

Και στα τρία ζητήματα ετοιμάζονται αλλαγές, σε συνεργασία με το επιτελείο του Μεγάρου Μαξίμου, οι οποίες θα “λειάνουν” τις αντιδράσεις δίχως να χάνεται ο στόχος του κλιματικού νόμου. Σύμφωνα με πηγή από ανώτατο στέλεχος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), με δεδομένο ότι έχει ήδη καθυστερήσει ένα εξάμηνο η ψήφιση του νομοσχεδίου, αναμένεται χρονική μετάθεση της εφαρμογής των μέτρων περιορισμού χρήσης των οχημάτων εσωτερικής καύσης καθώς και των καυστήρων πετρελαίου, σε σχέση με τις ημερομηνίες που προβλέπονταν στο αρχικό κείμενο που είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση.

Συγκεκριμένα αλλαγή θα υπάρξει στο άρθρο 12 του κλιματικού νόμου για τα οχήματα εσωτερικής καύσης και ειδικότερα στην πρόβλεψη ότι από την 1η Ιανουαρίου 2030, όσον αφορά στα νέα επιβατικά και ελαφρά επαγγελματικά οχήματα, θα επιτρέπεται η πώληση μόνο οχημάτων μηδενικών εκπομπών. Ωστόσο ακόμη δεν έχει κλειδώσει πόσο πίσω θα πάει η ημερομηνία, με δεδομένο ότι υπάρχει περιθώριο καθώς το ευρωπαϊκό πακέτο “Fit for 55” προτείνει το 2035 ως χρονικό ορόσημο για την αρχή μιας αγοράς αποκλειστικά με οχήματα μηδενικών εκπομπών.

Σε ότι αφορά τη ρύθμιση που απαγορεύει από το 2023 την εγκατάσταση καυστήρων πετρελαίου θέρμανσης όπου υπάρχει επαρκώς διαθέσιμο δίκτυο φυσικού αερίου, από το 2025 γενικώς την εγκατάστασή τους και από το 2030 τη χρήση τους και οι τρεις ημερομηνίες θα μετατεθούν για ένα διάστημα, πιθανότατα έως και έναν χρόνο.

Ένα χρόνο παράταση θα δοθεί και στην πρόβλεψη ότι από την 1η Ιανουαρίου 2025, εντός των διοικητικών ορίων της Περιφέρειας Αττικής και της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, τα νέα ταξί, καθώς και το ένα τρίτο των νέων οχημάτων που ταξινομούνται για σκοπούς μίσθωσης και εκμίσθωσης σε τρίτους να είναι οχήματα μηδενικών εκπομπών.

Αντίστοιχη παράταση εκτιμάται ότι θα πάρει και η ημερομηνία που προβλέπει το νομοσχέδιο για τα νέα εταιρικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που ταξινομούνται, τα οποία από την 1η Ιανουαρίου 2023 θα πρέπει κατ’ ελάχιστον το ένα τέταρτο από αυτά να είναι αμιγώς ηλεκτρικά ή υβριδικά ηλεκτρικά οχήματα εξωτερικής φόρτισης ρύπων έως 50 γραμμαρίων διοξειδίου του άνθρακα ανά χιλιόμετρο (CO2/χλμ). Όπως επισημαίνει παράγοντας του ΥΠΕΝ, με δεδομένο ότι ο νόμος έχει ήδη καθυστερήσει ένα εξάμηνο να φτάσει στη Βουλή και δεν αναμένεται να εισαχθεί στην Ολομέλεια για ψήφιση πριν τα μέσα Μαρτίου, “κρίνουμε ότι μέσα σε εννέα μήνες δεν είναι εύκολο να προσαρμοστεί η αγορά, οπότε θα δώσουμε μια παράταση”.

Η ίδια πηγή υπογραμμίζει ότι, όλες οι συνεννοήσεις για τις αλλαγές στον Κλιματικό Νόμο γίνονται με το γραφείο του Πρωθυπουργού. Και όπως υποστηρίζει, βάσει των σημερινών δεδομένων, οι παρατάσεις δεν θα ξεπερνούν τον ένα χρόνο. Επιπλέον, προσαρμογές θα γίνουν και στο άρθρο που αφορά στον περιορισμό των εκπομπών ρύπων από βιομηχανικές και άλλες δραστηριότητες (τουριστικά έργα, πτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, υδατοκαλλιέργειες, κλπ), οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 16 υποχρεούνται σε κατ’ ελάχιστον μείωση εκπομπών 30% έως το 2030 σε σχέση με το 2022.

Σύμφωνα με πληροφορίες, από την πρόβλεψη σε πρώτη φάση εκτιμάται ότι θα εξαιρεθούν οι επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες ήδη συμμετέχουν στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΕΣΕΔΕ). Είναι αξιοσημείωτο ότι η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ) με επιστολή της προς τον υπουργό Ενέργειας, στο πλαίσιο της διαβούλευσης είχε ζητήσει την απόσυρση της επίμαχης διάταξης. Όπως είχε επισημάνει, αποτελεί υπέρμετρη επιβάρυνση για τη βιομηχανία, η οποία -μέσω της πρότασης της νέας Οδηγίας του ΕΣΕΔΕ- υποχρεούται σε μείωση εκπομπών 61% έως το 2030 σε σχέση με το 2005.

Η Ένωση θεωρεί ότι η μετάβαση δεν μπορεί να επιτευχθεί ταχύτερα από την εξασφάλιση των πόρων και της απαραίτητης τεχνολογίας, καθώς η Ελλάδα δεν έχει ακόμη εντάξει στο εθνικό σχέδιο Ανάκαμψης ειδικά προγράμματα στήριξης του «πράσινου» μετασχηματισμού της βιομηχανίας.