Αυτή την εβδομάδα η ΕΕ ανακοίνωσε πως δεν θα απαγορευτούν οι πωλήσεις αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης στην ΕΕ το 2035, αλλά πολλές ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες εξέφρασαν την αντίθεσή τους σχετικά με τους νέους κανονισμούς.
Οι ενώσεις αυτοκινητοβιομηχανιών της Γερμανίας (VDA) και της Γαλλίας (PFA) υποστηρίζουν ότι η Κομισιόν δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τις ανησυχίες του κλάδου. Σύμφωνα με τις δύο ενώσεις, οι νέοι κανονισμοί δεν επιλύουν τα βασικά προβλήματα, αλλά δημιουργούν νέα σε άλλα μέτωπα. Ειδική αναφορά γίνεται στην απαίτηση για παραγωγή αυτοκινήτων “Made in Europe” και στη χρήση πράσινου χάλυβα χαμηλών εκπομπών άνθρακα, παράγοντες που όπως τονίζουν αυξάνουν την πολυπλοκότητα και το κόστος παραγωγής.
Αντίστοιχα επικριτική εμφανίζεται και η Stellantis, η οποία θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την ηλεκτροκίνηση των μικρών επαγγελματικών οχημάτων. Ο όμιλος εκτιμά ότι το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο στερείται της απαραίτητης ευελιξίας για την επίτευξη του στόχου μείωσης των εκπομπών CO₂ έως το 2030. Παράλληλα, εκφράζει αμφιβολίες για το αν ο νέος κανονισμός για τα μικρά ηλεκτρικά αυτοκίνητα κατηγορίας M1E θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες της ΕΕ. Κατά τη Stellantis, τα προτεινόμενα μέτρα δεν οδηγούν στην παραγωγή πραγματικά προσιτών ηλεκτρικών αυτοκινήτων για τη μεγάλη πλειονότητα των καταναλωτών, ούτε αναμένεται να επηρεάσουν ουσιαστικά την παραγωγή αυτής της κατηγορίας οχημάτων.
Αρκετοί κατασκευαστές (κυρίως ηλεκτρικών) αυτοκινήτων χαρακτήρισαν την απόφαση εγκατάλειψης της απαγόρευσης των κινητήρων εσωτερικής καύσης ως τη χειρότερη δυνατή επιλογή που θα μπορούσε να λάβει η ΕΕ. Το βασικό τους επιχείρημα είναι κοινό, αφού υποστηρίζουν πως η ΕΕ κινδυνεύει να χάσει τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητά της, ιδίως απέναντι στην Κίνα, η οποία επενδύει στην ηλεκτροκίνηση.
Όπως τονίζουν, η χαλάρωση της πίεσης προς την πλήρη μετάβαση στα ηλεκτρικά οχήματα φαίνεται να μειώνει και το κίνητρο των ευρωπαίων κατασκευαστών να επιταχύνουν την ανάπτυξη νέων ηλεκτρικών μοντέλων. Πολλοί θα προτιμήσουν να εκμεταλλευτούν τους κινητήρες εσωτερικής καύσης για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, την ώρα που η Κίνα συνεχίζει να εξελίσσει με ταχύ ρυθμό την ηλεκτρική της βιομηχανία. Υποστηρίζουν παράλληλα, πως όταν, σε περίπου δέκα χρόνια, η μετάβαση στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα γίνει αναπόφευκτη, η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία ενδέχεται να διαπιστώσει ότι έχει μείνει επικίνδυνα πίσω.
Αναμφίβολα, οι ανησυχίες αυτές δεν στερούνται βάσης. Ταυτόχρονα, όμως, θα ήταν κοντόφθαλμο να υποθέσει κανείς ότι όλες οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες αγνοούν τις παγκόσμιες εξελίξεις. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός παραμένει ότι ο ρυθμός καινοτομίας στην Ευρώπη δεν είναι εντυπωσιακός, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μεγάλη καθυστέρηση στην εμφάνιση πραγματικά οικονομικά προσιτών ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Από τη μία πλευρά επιχειρεί να προσφέρει “ανάσες” προστασίας στους Ευρωπαίους κατασκευαστές έναντι του κινεζικού ανταγωνισμού. Από την άλλη, όμως, δεν προχωρά σε ουσιαστικά μέτρα που να ενθαρρύνουν τους πολίτες να στραφούν μαζικά στην ηλεκτροκίνηση.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική φαίνεται να εστιάζει κυρίως στην προστασία της παραγωγής και λιγότερο στη ζήτηση της αγοράς, δηλαδή στους καταναλωτές που καλούνται τελικά να αγοράσουν τα οχήματα αυτά. Οι νέοι κανονισμοί επιχειρούν να καλύψουν εν μέρει αυτό το κενό, όμως το ερώτημα παραμένει αν αρκούν. Κρίνοντας από τις αντιδράσεις του ίδιου του κλάδου, η απάντηση μοιάζει, προς το παρόν, αρνητική.
