Ενώ οι Έλληνες οδηγοί πληρώνουμε σήμερα κάτι περισσότερο από 2 ευρώ ανά λίτρο αμόλυβδης βενζίνης και πετρελαίου κίνησης, και οι Ολλανδοί αντιμετωπίζουν τιμές που αγγίζουν τα 2,35 ευρώ, υπάρχει ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο οποίο ο οδηγός γνωρίζει εκ των προτέρων τι θα πληρώσει στην αντλία: η Μάλτα.
H τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων στη Μάλτα παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη από το 2020 στα 1,34 ευρώ ανά λίτρο και το πετρέλαιο κίνησης σε 1,21 ευρώ ανά λίτρο. Η Μάλτα κατατάσσεται μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ με τις φθηνότερες τιμές βενζίνης, με το καύσιμο να πωλείται 24,9% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ για το πετρέλαιο κίνησης η διαφορά αγγίζει το 40,1% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Ο Έλληνας οδηγός πληρώνει σήμερα περίπου 0,79 ευρώ παραπάνω ανά λίτρο βενζίνης σε σχέση με τον Μαλτέζο ομόλογό του. Για ένα ρεζερβουάρ 50 λίτρων, η διαφορά φτάνει τα 39,50 ευρώ, και για έναν οδηγό που ανεφοδιάζει το αυτοκίνητό του δύο φορές το μήνα, το ετήσιο πλεονέκτημα του Μαλτέζου ανέρχεται σε σχεδόν 950 ευρώ. Αριθμοί που μιλούν από μόνοι τους.
Πίσω από αυτές τις τιμές δεν κρύβεται κάποιο γεωλογικό πλεονέκτημα ή εγχώρια πετρελαϊκή παραγωγή. Πρόκειται για μια συνειδητή κρατική πολιτική που χρονολογείται από τις αρχές της δεκαετίας του 2010. Η Μάλτα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2004, εφαρμόζει το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο. Διατηρεί, ωστόσο, τη δυνατότητα καθορισμού εθνικής ενεργειακής πολιτικής σε συγκεκριμένους τομείς, όπως η φορολογία και οι επιδοτήσεις καυσίμων. Αντίστοιχες παρεμβάσεις έχουν εφαρμοστεί και σε άλλες μορφές ενέργειας στη χώρα, όπως η ηλεκτρική ενέργεια, όπου επίσης παρατηρείται περιορισμένη μεταβλητότητα τιμών.
Ουσιαστικά, η κυβέρνηση της χώρας εφαρμόζει μια πολιτική επιδότησης των καυσίμων, απορροφώντας το επιπλέον κόστος των καυσίμων. Όταν οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου αυξάνονται, η διαφορά ανάμεσα στο κόστος εισαγωγής και στην τιμή πώλησης στα πρατήρια καλύπτεται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό προς τις εταιρείες καυσίμων. Μέσω αυτού του συστήματος, το κράτος καλύπτει τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής τιμής αγοράς και της τελικής τιμής πώλησης στους καταναλωτές.
Επιπλέον, η κρατική εταιρεία διαχείρισης καυσίμων της χώρας, Enemed, ακολουθεί τη στρατηγική χρηματοοικονομικής αντιστάθμισης κινδύνου, το λεγόμενο hedging, συνάπτοντας προθεσμιακά συμβόλαια που της επιτρέπουν να “κλειδώνει” την τιμή αγοράς του πετρελαίου σε συγκεκριμένα επίπεδα για μελλοντικές παραδόσεις, ανεξάρτητα από τις μεταγενέστερες διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές. Με αυτόν τον τρόπο, το μεταβλητό κόστος των διεθνών τιμών μετατρέπεται σε ένα πιο προβλέψιμο και διαχειρίσιμο κρατικό έξοδο.
Το hedging, ωστόσο, μπορεί να λειτουργήσει και αρνητικά. Όταν οι διεθνείς τιμές πετρελαίου πέφτουν απότομα, όπως συνέβη το 2020 εν μέσω πανδημίας, η Μάλτα βρέθηκε “παγιδευμένη” σε ακριβότερα παλαιά συμβόλαια, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται μεταξύ των ακριβότερων χωρών της ΕΕ στα καύσιμα. Επιπλέον, η εφαρμογή της στρατηγικής δεν είναι αδιάλειπτη. Σε ορισμένες φάσεις έντασης, όπως η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε την εισβολή στην Ουκρανία, η Enemed προμηθεύτηκε καύσιμα από την ανοιχτή αγορά χωρίς hedging, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να καταφύγει σε άμεσες κρατικές επιδοτήσεις για να συγκρατήσει τεχνητά τις τιμές στα πρατήρια.
Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης, όταν οι τιμές βενζίνης και πετρελαίου ανέβηκαν 20-30% σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, η κυβέρνηση της Μάλτας μείωσε τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στα ελάχιστα επιτρεπόμενα επίπεδα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ώστε να εξουδετερώσει την πίεση των διεθνών αγορών και να διατηρήσει σταθερές τις τιμές στην αντλία.
Η κρατική Enemed, που κατέχει ουσιαστικά μονοπωλιακή θέση στην εισαγωγή βενζίνης και μεγάλο μερίδιο στην αγορά πετρελαίου κίνησης, έλαβε το 2022 επιδότηση 111 εκατομμυρίων ευρώ για να καλυφθεί η διαφορά μεταξύ των διεθνών τιμών αγοράς και της τιμής πώλησης στα μαλτέζικα πρατήρια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η κυβέρνηση δαπανά περίπου 150 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για επιδοτήσεις καυσίμων. Το κόστος είχε κορυφωθεί περίπου στα 350 εκατ. ευρώ το 2022, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία
Παράλληλα, η Μάλτα, ως νησιωτικό κράτος με υψηλή εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας, επιλέγει τη συγκεκριμένη πρακτική ώστε να διασφαλίζει προβλεψιμότητα στο κόστος μεταφορών και ενέργειας στο εσωτερικό της αγοράς.
Στον προϋπολογισμό του 2025, η κυβέρνηση επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά τη δέσμευσή της να διατηρήσει επιδοτήσεις σε ενέργεια, καύσιμα, σιτηρά και ζωοτροφές, παρά την πίεση που δέχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για σταδιακή κατάργησή τους, καθώς θεωρούν ότι δεν ευνοούν την πράσινη μετάβαση.
Σύμφωνα με ανάλυση της Κεντρικής Τράπεζας της Μάλτας, η πολιτική αυτή περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τη μετακύλιση των διεθνών ενεργειακών κραδασμών στις λιανικές τιμές, στηρίζοντας την ανταγωνιστικότητα επιχειρήσεων και νοικοκυριών κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης της περίοδο 2021-2023.
Η πολιτική αυτή υιοθετήθηκε και διατηρείται για συγκεκριμένους λόγους που συνδέονται άμεσα με τη σταθερότητα της οικονομίας και την καθημερινότητα των πολιτών. Πρωτίστως, στοχεύει στη συγκράτηση του πληθωρισμού, καθώς το πάγωμα των τιμών στα καύσιμα αποτρέπει τις αλυσιδωτές αυξήσεις που συνήθως μεταφέρονται σε βασικά προϊόντα και υπηρεσίες μέσω του κόστους μεταφοράς.
Παράλληλα, λειτουργεί ως μηχανισμός προστασίας της αγοραστικής δύναμης, επιτρέποντας σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και επαγγελματίες του κλάδου των μεταφορών να διαχειρίζονται σταθερά και προβλέψιμα έξοδα για τις μετακινήσεις τους, ανεξάρτητα από τις γεωπολιτικές εξελίξεις ή τις διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Η σταθερότητα αυτή συμβάλλει και στη στήριξη των επιχειρήσεων, καθώς δίνει τη δυνατότητα καλύτερου προγραμματισμού του λειτουργικού κόστους, μειώνοντας τον κίνδυνο αιφνιδιαστικών επιβαρύνσεων λόγω ενεργειακών κρίσεων.
Τέλος, η συγκεκριμένη πολιτική εντάσσεται και σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής στήριξης, καθώς αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση ως εργαλείο πρόνοιας που συμβάλλει στον περιορισμό της ενεργειακής φτώχειας και στην προστασία της αγοραστικής δύναμης των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων.
[Photo credit: depositphotos.com]



