Warren Buffett

Αν δεν ξέρεις τον Γουόρεν Μπάφετ, και αν είσαι από αυτούς που θέλουν να βγάλουν μια περιουσία στη ζωή τους, με πολλά μηδενικά να βρίσκονται στους τραπεζικούς του λογαριασμού, πρέπει να τον μάθεις.

Πρόκειται για έναν από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου, του οποίου του παρουσιαστικό δεν βάζει σε υποψίες τον ανύποπτο παρατηρητή για το ποιον του ανδρός. Το Χόλιγουντ θα του έδινε πιθανότητα το ρόλο ενός συμπαθούς δασκαλάκου ή κάποιου γραφικού επιστήμονα που τελικά κερδίζει το βραβείο Νόμπελ. Όταν τραγουδά με τη συνοδεία του μικρού του γιουκελέλε είναι να αναρωτιέται κανείς πώς η προσωπική περιουσία αυτού του ανθρώπου έχει καταλήξει να μετριέται σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Για την ακρίβεια 65 δισ. δολάρια, σύμφωνα με το περιοδικό Forbes, το οποίο τον κατατάσσει στην 3η θέση των πλουσιότερων ανθρώπων του πλανήτη, πίσω από τον Carlos Slim με περιουσία 72 δισ. δολάριων και φυσικά τον Bill Gates με περιουσία που ξεπερνά τα 77,3 δισ. δολάρια.

Αν ο 83-χρονος σήμερα Γουόρεν Μπάφετ είχε επαγγελματική κάρτα, αυτή θα έγραφε «πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Berkshire Hathaway Inc». Η τελευταία είναι μια «ταπεινή» κλωστοϋφαντουργία την οποία ο Μπάφετ εξαγόρασε το 1965 και βαθμιαία την μετέτρεψε σε έναν πολυσχιδή επενδυτικό κολοσσό, με πάνω από 50 θυγατρικές και χρηματιστηριακή αξία της τάξης των 180 δισ. δολαρίων.

Η Berkshire Hathaway αποτελεί το προσωπικό του δημιούργημα και παράλληλα η ζωντανή απόδειξη γιατί ο ίδιος θεωρείται ως ο κορυφαίος επενδυτής της σύγχρονης εποχής. Ενας σύγχρονος «Μίδας» που ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η μετοχή της ίδιας της Berkshire: το 1970 άξιζε 42 δολάρια, τώρα διαπραγματεύεται γύρω στις 190.200 δολάρια! Αυτή η ασύλληπτη επίδοση αντανακλά μια σειρά από άκρως επιτυχημένες επενδύσεις του Μπάφετ όλα αυτά τα χρόνια. Στο χαρτοφυλάκιο της Berkshire περιλαμβάνονται σημαντικά μερίδια σε χρηματοοικονομικούς ομίλους (Geico, General Re και Wells Fargo), εταιρείες κοσμημάτων (Borsheim’s), παροχής κοινωφελών υπηρεσιών (MidAmerican Energy), τροφίμων (Dairy Queen). Κυρίως, όμως, περιλαμβάνει μερίδια σε εταιρείες που παίζουν με τα προϊόντα τους κυρίαρχο ρόλο στην διαμόρφωση της αμερικανικής καταναλωτικής κουλτούρας, όπως η Anheuser-Busch, η κολοσσιαία ζυθοποιία που παράγει τη γνωστή μάρκα μπίρας Budweiser.

Η εταιρία του Μπάφετ, η Berkshire Hathaway κατείχε ένα σημαντικό ποσό των μετοχών της GM, αλλά λόγω του θέματος των ανακλήσεων, αποφάσισε να πουλήσει 30 εκατ. μετοχών της GM μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2014, μειώνοντας κατά 25% το χαρτοφυλάκιο του από μετοχές της Αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας.

Και δεν ήταν μόνο η εταιρία του Μπάφετ που πούλησε σημαντικό μέρος των μετοχών της GM, μιας και άλλα επενδυτικά κεφάλαια (hedge funds), όπως η Greenlight Capital πούλησε συνολικά 17 εκατ. μετοχών της GM, συνολικής αξίας 697 εκατ. δολαρίων.

Το 2014 δεν είναι μια χρονιά που θα θυμάται ευχάριστα η GM, μιας και ήδη τους πρώτους 4 μήνες του έτους, έχει ανακαλέσει 11,2 εκατ. αυτοκίνητα, ενώ συμφώνησε να πληρώσει πρόστιμο 35 εκατ. δολαρίων. Παρόλα αυτά, οι αναλυτές της αγοράς (βλέπε JP Morgan), αναφέρουν πως το μετοχικό κεφάλαιο της GM είναι πολύ φθηνό, προβλέποντας πως η εταιρία θα ανακοινώσει κέρδη 200 εκατ. δολαρίων την επόμενη εβδομάδα. Σε αυτό συμβάλει τα υψηλά περιθώρια κέρδους που έχει η εταιρία, αρκετά μεγαλύτερα π.χ από αυτά της Ford.

Για την ιστορία, μιας και πιάσαμε τη ζωή του Μπάφετ αξίζει να διαβάζεις μερικά πράγματα γι’αυτόν. Τα αγαπημένα «παιδιά» του Μπάφετ στο χαρτοφυλάκιο της Berkshire, όμως, είναι εκείνα, τα προϊόντα των οποίων ο ίδιος λατρεύει. Μέχρι πρότινος ο Μπάφετ ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Coca-Cola. Ο ίδιος πίνει κατά μέσο όρο 5 κουτάκια Coca-Cola με γεύση κεράσι ημερησίως. Παράλληλα, είναι μεγαλομέτοχος στη McDonald’s, το μενού της οποίας προτιμά κατά κανόνα από οποιουδήποτε πολυτελούς εστιατορίου, της Gillette, η οποία τον προμηθεύει με ξυραφάκια και της See’s, τα σοκολατάκια της οποίας δεν λείπουν ποτέ από το τραπεζάκι που έχει δίπλα από το κάθισμά του στο προσωπικό του τζετ. Η σχεδόν ερωτική σχέση του Μπάφετ με τις εταιρείες στις οποίες επενδύει έχουν κάνει πολλούς να χαρακτηρίσουν την επενδυτική του φιλοσοφία απλοϊκή και αναχρονιστική. Σίγουρα είναι πολύ ιδιαίτερη.

Αν η Berkshire ήταν όντως ένας πίνακας ζωγραφικής, όπως συχνά ο Μπάφετ την παρομοιάζει, τότε είναι πιθανόν να έμοιαζε με πίνακα του Τζάκσον Πόλοκ: ένα ιδιοσυγκρασιακό προϊόν εμπνευσμένου αυτοσχεδιασμού. Χτίζοντας λιθαράκι λιθαράκι την τεράστια αυτοκρατορία του τα τελευταία 40 χρόνια ο Μπάφετ δεν ξεδίπλωσε κάποιο στρατηγικό όραμα, ούτε ακολούθησε κάποιο εμπνευσμένο σχέδιο πέραν του να αγοράζει υγιείς επιχειρήσεις με προοπτικές και σε καλή τιμή. Ακόμα κι όταν έσφαλλε, πράγμα σπάνιο, διατηρούσε τις εταιρείες που τον απογοήτευσαν, όπως η υποδηματοποιία Dexter, στο χαρτοφυλάκιό του. «Αγοράζουμε τα πάντα, έχοντας στο νου να τα κρατήσουμε για πάντα», συνηθίζει να λέει.

Άλλωστε, δεν είναι κλασικός τύπος «αυτοδημιούργητου δισεκατομμυριούχου» που ξεκίνησε από το μηδέν. Οχι μόνο προέρχεται από εύπορη οικογένεια, αλλά είχε και τις αγορές στο DNA του αφού ο πατέρας του ήταν χρηματιστής.

Σε ηλικία 11 ετών ο Μπάφετ αγόρασε τις πρώτες του μετοχές έναντι 38 δολαρίων έκαστη. Σύντομα, η αξία τους υποχώρησε στα 27 δολ. Ο ίδιος, όμως, πείσμωσε και μόλις η τιμή τους ανέκαμψε στα 40 δολ. τις πούλησε βγάζοντας ένα μικρό κέρδος της τάξης των 3 δολ. Εάν όμως περίμενε περισσότερο, θα κέρδιζε 195 δολάρια, μάθημα που ποτέ δεν ξέχασε. Ούτε και τα επόμενα.

Ο Μπάφετ απορρίφθηκε μεν από τη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Χάρβαρντ, σπούδασε όμως υπό τον καθηγητή του Κολούμπια, Μπεν Γκράχαμ, του οποίου αποδείχθηκε ο πιο καλός ο μαθητής.

Ο Γκράχαμ συμβούλευε τους επενδυτές να αγνοούν την εκάστοτε «μόδα» στη Wall Street και να ποντάρουν σε «ξεχασμένες» εταιρίες με κρυμμένη αξία. Με το πέρασμα των χρόνων, ο Μπάφετ βελτίωσε αυτή την τεχνική επενδύοντας σε υποτιμημένες εταιρείες με σημαντικό μερίδιο αγοράς, καλό μάνατζμεντ και χαμηλό λειτουργικό κόστος.

Αυτός ήταν ο λόγος κι όχι μόνο επειδή είναι, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, αθεράπευτα… «τεχνοφοβικός»- που έμεινε έξω από τη «φούσκα» των μετοχών της υψηλής τεχνολογίας στα τέλη της δεκαετίας του ’90, από το σπάσιμο της οποίας κάηκαν πολλοί επενδυτές όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, συμπεριλαμβανομένων και των «δικών μας» εγκλωβισμένων.

Όσο ανώδυνα πέρασε ο Μπάφετ εκείνη την κρίση, άλλο πέρασε και από τη κρίση του 2008, η οποία μάλιστα θεωρείται και η χειρότερη μετά το μεγάλο Κραχ της δεκαετίας του ’30, της πρώτης δηλαδή δεκαετίας της ζωής του.

Η άνεσή του στη τότε αρνητική συγκυρία που είχε συνταράξει οικονομίες και αγορές διεθνώς αντανακλάται στις κινήσεις του. Τον Φεβρουάριο του 2008, όταν η προοπτική κατάρρευσης τριών -άγνωστων στο ευρύ κοινό μα κεφαλαιώδους σημασίας για την ομαλή λειτουργία των αγορών- εταιρειών ασφάλισης ομολόγων, προκαλώντας ρίγη στην Ουάσιγκτον, ο Μπάφετ πρότεινε στο Λευκό Οίκο να ασφαλίσει ο ίδιος τα ομόλογα που απειλούνταν έναντι 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων αλλά με προνομιακούς όρους. Η πρότασή του απορρίφθηκε τότε, καθώς η κρίση βρισκόταν στην αρχή και η αμερικανική κυβέρνηση θεωρούσε ακόμα ότι μπορεί να την ελέγξει χωρίς επώδυνες παραχωρήσεις.

Το Σεπτέμβριο του 2008, όταν η κρίση απειλούσε με κατάρρευση το σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η Ουάσιγκτον έκανε στροφή 180 μοιρών. Ο Μπάφετ αγόρασε ευσεβές ποσοστό στην αμερικανική επενδυτική τράπεζα Goldman Sachs, έναντι 6 δισ. δολαρίων, με τις ευλογίες του υπουργού Οικονομίας των ΗΠΑ και τέως διευθύνοντα συμβούλου της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας Goldman Sachs, Χένρι Πόλσον. Σε μια περίοδο που καμία τράπεζα δεν έδινε λεφτά στην άλλη, ο Μπάφετ ήρθε ως από μηχανής Θεός για να σώσει την εταιρεία, της οποίας ο Χ. Πόλσον εξακολουθεί να κατέχει εκατοντάδες εκατομμύρια μετοχές.

Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την κίνηση αυτή του Μπάφετ ως φιλανθρωπική. Άλλωστε, ο διάσημος για την τσιγκουνιά του σύγχρονος «Μίδας» έχει αρχίσει να μεταμορφώνεται όπως ο Εμπενίζερ Σκρουτζ στην Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Καρόλου Ντίκενς. Ο θρύλος λέει πως όταν δάνεισε στην κόρη του, Σούζι, 20 δολάρια για να πληρώσει μια κλήση για παράνομη στάθμευση, την υποχρέωσε να του κόψει μια επιταγή. Και έδινε στο ίδρυμα που φέρει το όνομά του, το Buffett Foundation, μόνο 11-12 εκατ. τον χρόνο, δηλαδή «ψίχουλα» σε σχέση με τα δισ. που διαθέτει.

Όλα αυτά, βέβαια, προτού αρχίσει να σκέφτεται την υστεροφημία του και ανακοινώσει ότι θα παραχωρήσει το 85% της προσωπικής του περιουσίας εν ζωή-στο ίδρυμα του φίλου του και δεύτερου πλουσιότερου ανθρώπου στη Γη, Μπιλ Γκέιτς. Ακόμα και στην πιο φιλάνθρωπη εκδοχή του, πάντως, παραμένει καυστικός. Πριν μερικά χρόνια, απηύθυνε πρόκληση στα ζάμπλουτα μέλη της σχετικής λίστας του Forbes, λέγοντας ότι θα δωρίσει 1 εκατ. δολάρια (κάτι λιγότερο από ψίχουλα για τον ίδιο) αν οι πλουσιότεροι άνθρωποι στις ΗΠΑ παραδέχονταν ότι πληρώνουν λιγότερους φόρους, ως ποσοστό του εισοδήματός τους, από τις γραμματείς τους!