Επιληψία, κατάχρηση ουσιών, διαβήτης και ψυχικές διαταραχές είναι πιο σημαντικοί παράγοντες από την ηλικία από ιατρική άποψη όσον αφορά στην ικανότητα για οδήγηση, σύμφωνα με την νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφάλειας των Μεταφορών (ETSC).

Η έκθεση διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την καταλληλότητα των οδηγών από ιατρική άποψη υπογραμμίζοντας ότι σε πολλές χώρες της ΕΕ, η αξιολόγηση βασίζεται ακόμη μόνο στην ηλικία, παρά το γεγονός ότι μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι άλλες καταστάσεις υγείας μπορούν να επηρεάσουν περισσότερο την ικανότητα οδήγησης από ό,τι η ηλικία.

Ο υποχρεωτικός ιατρικός έλεγχος οδηγών μεγαλύτερης ηλικίας δεν έχει αποδειχθεί αποτελεσματικός στην πρόληψη σοβαρών συγκρούσεων. Μπορεί ακόμη και να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ασφάλεια, καθώς οι ηλικιωμένοι οδηγοί με ανάκληση της άδειας οδήγησης λόγω κακής φυσικής κατάστασης γίνονται ευάλωτοι χρήστες του δρόμου,

επισημαίνεται στην έκθεση.

Για το λόγο αυτό το ETSC συνιστά στις εθνικές κυβερνήσεις να κάνουν ευρύτερη χρήση των αδειών οδήγησης υπό όρους, για να επιτρέψουν σε όσους ενδέχεται να διατρέχουν μικρό κίνδυνο να συνεχίσουν να οδηγούν υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Επίσης συνιστά να ενισχυθεί ο ρόλος των Γενικών Ιατρών ως το βασικό σημείο απόφασης για τον εντοπισμό εκείνων που ενδέχεται να διατρέχουν κίνδυνο και προτείνει την ανάπτυξη και εξουσιοδότηση στοιχειοθετημένων προγραμμάτων κατάρτισης, τα οποία έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά και γίνονται δεκτά ιδίως από τους οικογενειακούς γιατρούς.

Εξαίρεση αποτελεί η Φινλανδία, όπου κάθε θανατηφόρα σύγκρουση ακολουθείται από μία διεξοδική έρευνα. Μεταξύ 2014 και 2018, οι Φινλανδοί ερευνητές απέδωσαν ως αιτία για το 16% των περιπτώσεων θανατηφόρων συγκρούσεων την ασθένεια του οδηγού. Τα καρδιαγγειακά νοσήματα ήταν ο πιο κοινός παράγοντας κινδύνου όπου η νόσος ήταν γνωστό ότι συνέβαλε άμεσα στη σύγκρουση. Από τις 141 θανατηφόρες συγκρούσεις που είναι γνωστό ότι προκλήθηκαν από ασθένεια του οδηγού μεταξύ 2014-2018, οι 119 οφείλονταν σε καρδιακές παθήσεις ή υπέρταση.

Σήμερα στην ΕΕ δεν υπάρχουν ενιαίοι κανόνες ιατρικού ελέγχου για όλες τις χώρες ούτε και για όσους αιτούνται για πρώτη φορά άδεια οδήγησης αυτοκινήτου, εκτός από το τεστ όρασης που απαιτείται σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ.

Αποτέλεσμα είναι να υπάρχουν μεγάλες διαφορές στις προϋποθέσεις ανά χώρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε αρκετές χώρες το ιατρικό τεστ που απαιτείται κατά την απόκτηση άδειας για πρώτη φορά, μπορεί να είναι ένα έντυπο αυτοαξιολόγησης που συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον αιτούντα, έως μία ιατρική εξέταση που πραγματοποιείται από τον οικογενειακό γιατρό ή ιατρική εξέταση που πραγματοποιείται από ειδικευμένο γιατρό ή κέντρο. Το ETSC συνιστά στην ΕΕ και στις εθνικές κυβερνήσεις να εξετάσουν το ενδεχόμενο να υιοθετήσουν μια τυποποιημένη διαδικασία βασισμένη στις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές ώστε να χρησιμοποιείται από όλα τα κράτη μέλη.

Σήμερα στην ΕΕ οι ισχύοντες κανόνες αποκλείουν ρητά την έκδοση αδειών οδήγησης σε άτομα που εξαρτώνται από το αλκοόλ. Ωστόσο όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι το 25% όλων των θανάτων από τροχαίες συγκρούσεις στην ΕΕ εκτιμάται ότι σχετίζονται με το αλκοόλ, φαίνεται ότι οι παραβάτες που οδηγούν υπό την επήρεια αλκοόλ και τα άτομα που εξαρτώνται από το αλκοόλ μπορεί να καταλήξουν να αγνοούν τις απαγορεύσεις και να οδηγήσουν ούτως ή άλλως.

Όσον αφορά στην οδήγηση υπό την επήρεια φαρμάκων, λιγότερα είναι γνωστά για την επίδρασή τους σε σχέση με το αλκοόλ ή για την περίπτωση ταυτόχρονης λήψης φαρμάκων με κατανάλωση αλκοόλ. Το ETSC συνιστά την εφαρμογή της υφιστάμενης κατηγοριοποίησης “Druid” της ΕΕ για την επισήμανση σχετικών φαρμάκων και τονίζει το ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι γιατροί στην παροχή συμβουλών στους ασθενείς τους σχετικά με την επίδραση των συνταγογραφούμενων φαρμάκων στην οδήγηση.

Να σημειωθεί ότι στη Γαλλία ήδη εφαρμόζεται ειδική σήμανση στα φάρμακα ως προς την επίδρασή τους στην ικανότητα οδήγησης, με τρεις χρωματικές κατηγορίες κίτρινη, πορτοκαλί και κόκκινη. Στην κόκκινη κατηγορία αναφέρεται ρητά ότι απαγορεύεται η οδήγηση ύστερα από τη λήψη των φαρμάκων που ανήκουν σ’ αυτήν.

Αντίστοιχα στη Σουηδία, οι επαγγελματίες υγείας είναι υποχρεωμένοι από τον νόμο να ενημερώνουν την εθνική αρχή μεταφορών εάν τύχει να εξετάσουν ασθενή, ο οποίος διαγνωσθεί με πρόβλημα που δε θεωρείται συμβατό με την οδήγηση. Στη συνέχεια η Αρχή αναλαμβάνει να διερευνήσει την ικανότητα του ασθενούς να οδηγεί.

Με το ζήτημα των προβλημάτων υγείας και της σχέσης τους με την οδήγηση έχει ασχοληθεί και το Ινστιτούτο Οδικής Ασφάλειας (ΙΟΑΣ) «Πάνος Μυλωνάς» επισημαίνοντας τη σημασία της «καλής υγείας για ασφαλή οδήγηση» στο πλαίσιο της Συμμαχίας για την Ασφάλεια και τον Πολιτισμό στο Δρόμο “Δρόμοι στο Μέλλον”.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία εντάσσεται σε πρόγραμμα ενημερωτικών και εκπαιδευτικών δράσεων σε συνεργασία του Ινστιτούτου με την Ελληνική εταιρεία φαρμακευτικής βιοτεχνολογίας Genesis Pharma. Θέματα που έχουν επισημανθεί στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, έχουν να κάνουν με την υπνηλία και τα συμπτώματά της – ένα ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα στους επαγγελματίες οδηγούς – καθώς και τους απαραίτητους ιατρικούς ελέγχους σε οδηγούς τρίτης ηλικίας (όραση, ακοή, νευρολογικός έλεγχος), παθήσεις οι οποίες μειώνουν τις ικανότητες μας που είναι σημαντικές για την οδήγηση και για τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής που ενδέχεται να επιβαρύνει τα αντανακλαστικά.