Αν με την παρουσίαση κάθε νέου μοντέλου και την ανακοίνωση των τιμών του, η πρώτη σου εντύπωση είναι ότι αυτό έχει ακριβύνει σε σχέση με το παρελθόν, δεν κάνεις καθόλου λάθος. Παρευρισκόμενοι σε τέσσερις πανελλήνιες παρουσιάσεις το τελευταίο τρίμηνο, οι ιθύνοντες όλων των εταιριών μας ανέφεραν ότι μόνο τους τελευταίους 20 με 22 μήνες, η μέση τιμή των αυτοκινήτων στην Ελλάδα έχει αυξηθεί κατά σχεδόν 21%.

Αυτό σημαίνει ότι ένα αυτοκίνητο που κόστιζε €20.000 το καλοκαίρι του 2019, σήμερα η τιμή του είναι κοντά στα €25.000, χωρίς απαραίτητα να έχει αλλάξει η γενιά του, αν και κατά βάση το μεγαλύτερο “άλμα” στις τιμές γίνεται από γενιά-σε-γενιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι έχουν εξαφανιστεί τα αυτοκίνητα των €9.000 με €10.000, με τις τιμές των αυτοκινήτων να έχει αυξηθεί για πολλούς λόγους.

Θα ξεκινήσω με μια προσωπική εκτίμηση, χωρίς να υπάρχει κάποια απόδειξη για αυτήν, εν αντιθέσει με τα στοιχεία που θα διαβάσεις παρακάτω. Σήμερα, τα ηλεκτρικά μοντέλα κοστίζουν 52% περισσότερο από τα αντίστοιχα με συμβατικούς κινητήρες. Θεωρώ, λοιπόν, ότι η τιμή των νέων αυτοκινήτων αυξάνεται συνεχώς, ούτως ώστε όταν τα ηλεκτρικά γίνουν πιο προσιτά -μέσα στα επόμενα τέσσερα με πέντε χρόνια- να μην φανεί πολύ μεγάλη η διαφορά στην τιμή, σε σχέση με τα συμβατικά. Και αυτό παίρνοντας ως δεδομένο ότι όσο και αν μειωθεί το κόστος των μπαταριών, δεν θα μπορέσουμε να δούμε ποτέ ξανά στην αγορά πολύ προσιτά αυτοκίνητα, ενώ παράλληλα κάποια στιγμή θα σταματήσουν και οι επιδοτήσεις από τα κράτη προς τα ηλεκτρικά.

Οι εταιρίες μετακυλούν το κόστος της εξέλιξης των αυτοκινήτων στους καταναλωτές, καθώς τα νέα αυτοκίνητα πρέπει να συμμορφώνονται σε πολύ αυστηρότερα όρια για τις εκπομπών ρύπων, ενώ παράλληλα ρίχνουν ένα πακτωλό χρημάτων για την μετάβαση στην εποχή της ηλεκτροκίνησης. Παράλληλα, όμως, “έσκασαν” και οι κρίσεις της Covid-19 και της παγκόσμιας έλλειψης σε τσιπ και όλες ανεξαιρέτως οι εταιρίες αυξάνουν συστηματικά τις τιμές των μοντέλων τους.

Αν δούμε την αύξηση των τιμών σε ένα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, το νούμερο είναι ακόμα πιο σοκαριστικό ή αποκαρδιωτικό, αν θες. Σύμφωνα με την Jato Dynamics, η μέση τιμή καταλόγου για τα μοντέλα του C-Segment στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 63 % από το 2002 έως το 2020, ενώ τα μοντέλα του B-Segment σημείωσαν αύξηση 59% στην μέση τιμή τους, την ίδια περίοδο. Οι εταιρίες αποδίδουν την αύξηση της τιμής στον πλουσιότερο εξοπλισμό τεχνολογίας και ασφάλειας που προικίζουν τα σύγχρονα οχήματα, στις προτιμήσεις των αγοραστών για πιο ακριβά επίπεδα εξοπλισμού και στις τεχνολογίες που διαθέτουν για την μείωση των ρύπων.

Μιλώντας με νούμερα, η μέση τιμή για ένα hatchback του C-Segment, όπως τα Ford Focus, Opel Astra, Peugeot 308, Renault Megane, Toyota Corolla, Volkswagen Golf κ.λπ., αυξήθηκε από €18.400 ευρώ το 2002 σε σχεδόν €30.000, το 2020, δηλαδή αύξηση 63%. Αν εξαιρεθούν τα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα από την κατηγορία, οι τιμές των οχημάτων με συμβατικούς κινητήρες εσωτερικής καύσης έχουν αυξηθεί κατά 53% την ίδια περίοδο.

Παρότι η αύξηση είναι αρκετά σημαντική, δεν λαμβάνει υπόψη τον πληθωρισμό. Συνυπολογίζοντας αυτόν, διαπιστώνεις ότι τα €18.400 ευρώ το 2002 μεταφράζονται σε περίπου €24.756 ευρώ το 2020, κάτι που σημαίνει ότι η αύξηση στη μέση τιμή ενός συμπαγούς αυτοκινήτου είναι σχεδόν 21%, η οποία μόνο αμελητέα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.

Περνώντας στην κατηγορία των supermini (B-Segment), τα οποία είναι το πια δημοφιλή στην Ελλάδα, οι τιμές αυξάνονται με παρόμοιο τρόπο. Συνολικά, τα μοντέλα του B-Segment, όπως τα Ford Fiesta, Opel Corsa, Renault Clio, Toyota Yaris, VW Polo, κ.λπ. έχουν γίνει 59% πιο ακριβά, με τη μέση τιμή τους το 2002 να ήταν €13.000, και το 2020 να αγγίζει τα €21.000.

Κλείνοντας, η αύξηση των νέων μοντέλων έχει συμπαρασύρει και την αγοράς των μεταχειρισμένων, με τις τιμές των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων της τελευταίας 10ετίας να έχουν αυξηθεί.