Την πλήρη αντίθεσή του στο σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θέλει τα ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα να είναι μόνο ηλεκτρικά μέχρι το 2030, εξέφρασε ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος δήλωσε πως η πρόταση της Κομισιόν:
Δεν κατανοεί πλήρως το νόημα των τρεχουσών κοινών αναγκών που έχουμε στην Ευρώπη. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να καταστραφεί εστιάζοντας σε τεχνολογίες που ενδέχεται να μην είναι αρκετά έτοιμες για την αγορά μέχρι μια δεδομένη ημερομηνία ώστε να μπορεί κανείς να βασιστεί αποκλειστικά σε αυτήν τη μία τεχνολογία.
Όπως αναφέρει ευρωβουλευτής που συμμετέχει στις σχετικές διαβουλεύσεις, η προτεινόμενη ρύθμιση θα μπορούσε να καλύψει έως και το 60% των νέων πωλήσεων αυτοκινήτων στην Ε.Ε, επισπεύδοντας ουσιαστικά την δρομολογημένη κατάργηση των πωλήσεων των αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης, η οποία έχει προγραμματιστεί για το 2035. Η επίσημη πρόταση αναμένεται να παρουσιαστεί μέσα στο καλοκαίρι και στη συνέχεια να τεθεί προς ψήφιση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η εν λόγω πρωτοβουλία εντάσσεται στη στρατηγική της πράσινης μετάβασης της Ε.Ε στον τομέα των μεταφορών, καθώς οι εταιρικοί στόλοι αποτελούν βασικό μοχλό στη διαμόρφωση της αγοράς νέων οχημάτων.

Παρότι η Ε.Ε έχει ήδη θεσμοθετήσει την πλήρη κατάργηση των πωλήσεων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης από το 2035, η νέα πρόταση –αν υιοθετηθεί– θα φέρει την υποχρεωτική μετάβαση για τις επιχειρήσεις πέντε χρόνια νωρίτερα.
Ο επικεφαλής της Sixt, Nico Gabriel, χαρακτηρίζει την πρόταση “εκτός πραγματικότητας” και προειδοποιεί:
Αν εφαρμοστεί, οι τουρίστες θα πάψουν να νοικιάζουν αυτοκίνητα, ενώ το leasing για τους καταναλωτές θα καταστεί ουσιαστικά ανέφικτο.
Το βασικό εμπόδιο είναι η έλλειψη φορτιστών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι πάροχοι τονίζουν ότι αυτό θα οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του κόστους για τους χρήστες και σε ταυτόχρονη μείωση της ζήτησης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραδέχεται ότι εξετάζει νέους κανονισμούς, χωρίς ωστόσο να έχει δώσει μέχρι στιγμής λεπτομέρειες στη δημοσιότητα.
Για να τεθεί σε ισχύ οποιαδήποτε τέτοια ρύθμιση, απαιτείται η έγκριση τόσο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσο και του Συμβουλίου της Ε.Ε.
