Έρευνα του Ινστιτούτο Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία καταγράφει ότι οι δασμοί που επέβαλε πέρυσι η κυβέρνηση Τραμπ επηρέασαν ελάχιστα τους ξένους εξαγωγείς, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του κόστους μετακυλίστηκε σε εισαγωγείς και καταναλωτές των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι εξαγωγείς απορρόφησαν μόλις το 4% από τα περίπου 200 δισεκατομμύρια δολάρια δασμών, ενώ το υπόλοιπο 96% κατέληξε στους Αμερικανούς αγοραστές.
Η ανάλυση βασίστηκε σε περισσότερα από 25 εκατομμύρια αρχεία αποστολών εισαγόμενων προϊόντων στις ΗΠΑ. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι οι ξένοι εξαγωγείς δεν μείωσαν τις τιμές τους, ώστε να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους στην αμερικανική αγορά, με αποτέλεσμα το πλήρες κόστος των δασμών να βαρύνει τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις στις ΗΠΑ.
Ο Julian Hinz, διευθυντής έρευνας του Ινστιτούτου, δήλωσε ότι οι δασμοί λειτουργούν ως φόρος κατανάλωσης για τους Αμερικανούς και ότι οι ισχυρισμοί ότι τα βάρη επωμίζονται οι ξένες χώρες δεν επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία.
Οι δασμοί είναι αυτογκόλ. Ο ισχυρισμός ότι οι ξένες χώρες πληρώνουν αυτούς τους δασμούς είναι μύθος. Τα δεδομένα δείχνουν το αντίθετο: οι Αμερικανοί πληρώνουν τον λογαριασμό. Κάθε δολάριο εσόδων από δασμούς αντιπροσωπεύει ένα δολάριο που αποσπάται από τις αμερικανικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά,
τόνισε ο Hinz. Η μελέτη του Ινστιτούτου του Κιέλου δημοσιοποιήθηκε μόλις δύο ημέρες μετά την εξαγγελία του Τραμπ για επιβολή δασμών 25% έως τον επόμενο Ιούνιο στις ευρωπαϊκές χώρες που αντιτίθεται στις προσπάθειές του να καταλάβει τη Γροιλανδία.

Σε ανάλυση του, ο οικονομολόγος Dean Baker από το CEPR τόνισε ότι πάνω από το 90% του κόστους των δασμών βαραίνει τους Αμερικανούς καταναλωτές και εισαγωγείς, εκτιμώντας ότι η συνολική επιβάρυνση αντιστοιχεί σε περίπου 75 δισ. δολάρια. Όπως είπε:
Όταν ο Τραμπ αρχίζει να φωνάζει “δασμός, δασμός, δασμός”, φωνάζει “φόρος, φόρος, φόρος¨” και εμείς είμαστε αυτοί που τον πληρώνουμε. Και τα 75 δισ. δολάρια δεν είναι ασήμαντα. Είναι το 1% του προϋπολογισμού, περισσότερο από το διπλάσιο του κόστους των αυξημένων ασφαλίστρων για τις πολιτικές Obamacare που ο Τραμπ λέει ότι δεν μπορούμε να αντέξουμε οικονομικά.
Έκθεση των Δημοκρατικών της Κοινής Οικονομικής Επιτροπής (JEC) του Κογκρέσου δείχνουν ότι οι δασμοί συνδέθηκαν με αύξηση των τιμών σε όλη την οικονομία, με αποτέλεσμα μια μέση αμερικανική οικογένεια να δαπανήσει πέρυσι περίπου 1.625 δολάρια περισσότερα για βασικά έξοδα, όπως στέγαση και μεταφορές. Σε ορισμένες πολιτείες, όπως η Αλάσκα, το Κονέκτικατ, η Μασαχουσέτη και η Νέα Υόρκη, το ετήσιο κόστος ξεπέρασε τα 2.000 δολάρια ανά οικογένεια.
Τα επίσημα στοιχεία για τον πληθωρισμό τον Δεκέμβριο έδειξαν αύξηση 2,7% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, παρά τις δηλώσεις του προέδρου Τραμπ ότι οι τιμές έχουν σταθεροποιηθεί ή μειωθεί.
Η μελέτη εξετάζει επίσης τις απροσδόκητες αυξήσεις δασμών που επιβλήθηκαν στη Βραζιλία και την Ινδία τον Αύγουστο του 2025. Οι δασμοί στις βραζιλιάνικες εισαγωγές αυξήθηκαν στο 50% και για την Ινδία από 25 σε 50%. Και πάλι, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι ξένοι εξαγωγείς δεν μείωσαν τις τιμές τους για να αντισταθμίσουν τους πρόσθετους δασμούς. Εάν οι εξαγωγείς είχαν απορροφήσει τους δασμούς, οι τιμές τους στις ΗΠΑ θα είχαν μειωθεί σε σχέση με άλλες αγορές, αλλά αυτό δεν συνέβη.
Συγκρίναμε τις ινδικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ με τις αποστολές προς την Ευρώπη και τον Καναδά και εντοπίσαμε ένα σαφές μοτίβο. Τόσο η αξία όσο και ο όγκος των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ μειώθηκαν απότομα, έως και 24%. Ωστόσο, οι τιμές μονάδας, οι τιμές που χρέωσαν οι Ινδοί εξαγωγείς, παρέμειναν αμετάβλητες. Έστειλαν λιγότερα, όχι φθηνότερα,
εξηγεί ο Hinz.
Τελικά, αυτά τα ευρήματα σημαίνουν ότι οι αμερικανικές εταιρείες θα βρεθούν αντιμέτωπες με συρρικνούμενα περιθώρια κέρδους και οι καταναλωτές με υψηλότερες τιμές μακροπρόθεσμα. Οι χώρες που εξάγουν στις ΗΠΑ θα πουλήσουν λιγότερα και θα πιεστούν να βρουν νέες αγορές εξαγωγών.
Οι δασμοί τελικά θέτουν σε μειονεκτική θέση τους πάντες,
καταλήγει ο Hinz.
