Περισσότερες από 13 ώρες διήρκεσε η σύνοδος των υπουργών περιβάλλοντος των κρατών-μελών της Ε.Ε. που συνήλθαν χθες 9 Οκτωβρίου στο Λουξεμβούργο προκειμένου να υπάρξει μια κοινή στάση για τη διαμόρφωση του στόχου μείωσης των εκπομπών ρύπων των αυτοκινήτων –επιβατικών και ελαφρών επαγγελματικών- έως το 2030, ο οποίος προσδιορίστηκε στο 35%.

Η θέση του Συμβουλίου προβλέπει ότι οι μέσες εκπομπές CO2 των νέων επιβατικών αυτοκινήτων που ταξινομούνται στην ΕΕ θα πρέπει να μειωθούν κατά 15% το 2025 και κατά 35% χαμηλότερα το 2030 σε σύγκριση με τα όρια εκπομπών που ισχύουν το 2021. Για τα φορτηγά, το Συμβούλιο διατηρεί τους στόχους όπως πρότεινε η Κομισιόν : 15% το 2025 και το 30% το 2030. Η προσπάθεια μείωσης του CO2 θα κατανεμηθεί μεταξύ των κατασκευαστών με βάση τη μέση μάζα του στόλου οχημάτων τους.

Το Συμβούλιο συμφώνησε επιπλέον να προσαρμόσει την πρόταση της Κομισιόν σχετικά με ένα μηχανισμό παροχής κινήτρων για οχήματα μηδενικών (ΖLEV) και χαμηλών εκπομπών όπως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα ή τα υβριδικά οχήματα. Το Συμβούλιο αποφάσισε να εισαγάγει μια καλύτερη στάθμιση των οχημάτων με χαμηλές εκπομπές στο μηχανισμό παροχής κινήτρων για τα ZLEV. Το Συμβούλιο συμφώνησε επίσης ένα ειδικό κίνητρο για τους κατασκευαστές να πωλούν αυτοκίνητα μηδενικών και χαμηλών εκπομπών σε αγορές με χαμηλή διείσδυση στην αγορά αυτών των οχημάτων. Συγκεκριμένα, υπάρχει πιο ευνοϊκή στάθμιση για τα καινούργια ταξινομημένα επιβατικά αυτοκίνητα σε κράτη μέλη όπου το μερίδιο οχημάτων μηδενικών και χαμηλών εκπομπών είναι κάτω του 60% του μέσου όρου της ΕΕ.

Τέλος, σύμφωνα με τους νέους κανόνες, οι κατασκευαστές αυτοκινήτων θα πρέπει να αναφέρουν πιο ισχυρά και αντιπροσωπευτικά δεδομένα σχετικά με τις εκπομπές των αυτοκινήτων και των φορτηγών.

Κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων που ολοκληρώθηκαν λίγο πριν τα μεσάνυχτα υπήρξαν έντονες αντιθέσεις με πολλές χώρες της Ε.Ε. μεταξύ των οποίων η Ολλανδία και η Ιρλανδία να τάσσονται υπέρ του υψηλότερου στόχου του 40% που είχε τεθεί από το Ευρωκοινοβούλιο, βρίσκοντας ωστόσο απέναντι τη Γερμανία η οποία με την υποστήριξη των ανατολικών χωρών της Ε.Ε. άσκησε βέτο, υποστηρίζοντας την πρόταση που είχε τεθεί αρχικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και προέβλεπε την περιστολή των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 30% μεταξύ 2021 και 2030.

Η συμβιβαστική λύση του 35% προέκυψε, κατόπιν μιας τροποποίησης της τελευταίας στιγμής η οποία, προβλέπει ένα σύστημα που αφενός θα ενθαρρύνει τις αυτοκινητοβιομηχανίες να ενισχύσουν τις πωλήσεις αυτοκινήτων εναλλακτικών τεχνολογιών και αφετέρου θα επιτρέψει ένα διαφορετικό τρόπο υπολογισμού σε χώρες όπου η διείσδυση των οχημάτων μηδενικών και χαμηλών εκπομπών CO2 είναι μικρότερη του 60% σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ.

Ήταν μια ιδιαίτερα πολύπλοκη συζήτηση. Ποτέ δεν πίστεψα ότι τελικά η συμφωνία θα επιτευχθεί με τόσο ισχυρή υποστήριξη,

σχολίασε ο Miguel Arias Canete, Ευρωπαίος Επίτροπος για το Περιβάλλον, αναφορικά με τη διαδικασία και τον τελικό συμβιβασμό του 35% οι οποίος επικράτησε με 20 ψήφους υπέρ, 4 κατά και 4 αποχές συμπληρώνοντας ότι : «

Η σημερινή συμφωνία είναι ένα ακόμη βήμα προς τη θέσπιση νέας νομοθεσίας για τις εκπομπές CO2 και θέτει την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία σε καλό δρόμο για να κατασκευάσει καθαρότερα αυτοκίνητα, να επενδύσει περισσότερο στην καινοτομία και να αναφέρει πιο αξιόπιστα δεδομένα για τις εκπομπές,

δήλωσε η Elisabeth Köstinger, ομοσπονδιακή υπουργός βιωσιμότητας και τουρισμού της Αυστρίας.

Εκτός από τον στόχο του 25% για το 2030, η συμφωνία προβλέπει ως ενδιάμεσο στάδιο την μείωση του μέσου όρου των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα αυτοκινήτων και vans κατά 15% έως το 2025 (σε σχέση με το στόχο των 95 γρ./χλμ. που έχει ήδη τεθεί για το 2021) στόχος που χαρακτηρίστηκε απογοητευτικός από την κραταιά «πράσινη» ΜΚΟ των Βρυξελλών, Transport & Environment η οποία σημειώνει ότι για ακόμα μια φορά τίθενται σε προτεραιότητα τα συμφέροντα της αυτοκινητοβιομηχανίας παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις για την κλιματική αλλαγή και τις δραματικές επιπτώσεις.

Σε κάθε περίπτωση η τελική διαμόρφωση της συμφωνίας που επετεύχθη χθες θα προσδιοριστεί σε νέες συζητήσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωκοινοβουλίου το οποίο όπως είναι ήδη γνωστό έχει ταχθεί ήδη υπέρ ενός υψηλότερου στόχου (40%) τη στιγμή που η Επιτροπή Περιβαλλοντικών Υποθέσεων του σώματος έχει γνωμοδοτήσει υπέρ της μείωσης του 45% προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι που επιτάσσει η κλιματική αλλαγή.