Τον περασμένο Νοέμβριο η General Motors κατέθεσε μήνυση εναντίον της Fiat Chrysler και των πρώην στελεχών της, κατηγορώντας την πως δωροδόκησε υψηλά ιστάμενους στο United Auto Workers (UAW), το συνδικάτο Αμερικανών και Καναδών εργαζομένων στις αυτοκινητοβιομηχανίες, προκειμένου να λάβει ευνοϊκότερους όρους στις διαπραγματεύσεις εργασίας, οφέλη στους μισθούς και στις εργασιακές πρακτικές.

Στα μέσα της εβδομάδας o δικαστής Paul Borman ζήτησε από από τους CEO των GM και FCA να “τα βρουν” εξωδικαστικά, καθώς αυτές θα έπρεπε να επικεντρωθούν στην καταπολέμηση της κρίσης του κορωνοϊού, και όχι να σπαταλούν χρόνο και πόρους για το παραπάνω ζήτημα.

Ωστόσο, η General Motors δεν είναι διατεθειμένη να καταθέσει τόσο απλά τα “όπλα” της, καθώς ζήτησε από το εφετείο να απορρίψει την εντολή του δικαστή Borman, και να αναθέσει την υπόθεση σε διαφορετικό δικαστή του περιφερειακού δικαστηρίου, ενώ αποκάλεσε την πρόταση του Borman “άνευ προηγουμένου, κάνοντας βαθιά κατάχρηση της δικαστικής εξουσίας”.

Σε μια δήλωση της, η GM απέρριψε την πρόταση του δικαστή και υπερασπίστηκε την απόφασή της να λύσει την υπόθεση δικαστικώς:

Καταθέσαμε μήνυση εναντίον της FCA για τον ίδιο λόγο που το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ συνεχίζει να ερευνά την εταιρεία. Πρώην στελέχη της FCA παραδέχτηκαν ότι συνωμότησαν και δωροδόκησαν να κερδίσουν εργασιακά οφέλη, παραχωρήσεις και πλεονεκτήματα. Με βάση την άμεση βλάβη που υπέστη η GM με αυτές οι ενέργειες, πιστεύουμε ότι η FCA πρέπει να λογοδοτήσει.