Η Lotus προχωρά σε κινήσεις αναδιάρθρωσης για τη στήριξη του εργοστασίου της στο Hethel του Ηνωμένου Βασιλείου, εξετάζοντας παράλληλα τη συναρμολόγηση αυτοκινήτων άλλων εταιρειών στις εγκαταστάσεις της, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της παραγωγικής δραστηριότητας και μείωσης των οικονομικών πιέσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, η βρετανική αυτοκινητοβιομηχανία ξεκίνησε διερευνητικές συνομιλίες με τη Zenos Cars για τη συναρμολόγηση του E10. Η συμφωνία αυτή αποτελεί το πρώτο βήμα προς τη μετατροπή του Hethel σε περιφερειακό κόμβο παραγωγής (Hethel Performance Hub), δηλαδή σε κέντρο όπου οι δυνατότητες μηχανικής, προμηθειών και συναρμολόγησης της Lotus θα μπορούν να αξιοποιούνται και από τρίτους κατασκευαστές.
Παρότι η παραγωγή της Zenos παραμένει περιορισμένη, εκτιμάται σε περίπου 30 αυτοκίνητα ετησίως, η συνεργασία θεωρείται σημαντική για την αξιοποίηση των υποδομών του εργοστασίου. Το Hethel έχει μέγιστη ετήσια δυναμικότητα 10.000 αυτοκινήτων σε δύο βάρδιες, ενώ η πραγματική παραγωγή πέρυσι περιορίστηκε μόλις στις 2.000 μονάδες.

Ο Alan Lubinsky, πρόεδρος της Zenos Cars, δήλωσε:
Το να υπάρχει ένα κέντρο που συγκεντρώνει απρόσκοπτα τόσους πολλούς από τους τομείς που απαιτούνται για την παράδοση τεχνολογικά προηγμένων οχημάτων σε πελάτες παγκοσμίως, αντιπροσωπεύει μια σημαντική ευκαιρία για τη Zenos Cars.
Σήμερα, τα εμπόδια στη χαμηλού όγκου αλλά υψηλών επιδόσεων μηχανολογική ανάπτυξη αυτοκινήτων είναι σημαντικά και, με το Hethel Performance Hub να μπορεί να αξιοποιήσει και να αντλήσει από την ήδη ισχυρή φήμη της περιοχής για αριστεία, είμαστε ενθουσιασμένοι για όσα έρχονται.
Η Zenos ιδρύθηκε το 2012 από πρώην εργαζομένους της Lotus. Το E10, αξίας περίπου 130.000 λιρών, αναμένεται να επαναλανσαριστεί με 2.000 κ.εκ turbo κινητήρα (προέλευσης Volvo) απόδοσης 380 ίππων, σε αμάξωμα βάρους μόλις 790 κιλών.
Η Lotus αντιμετωπίζει έντονες οικονομικές πιέσεις τα τελευταία χρόνια. Το εργοστάσιο του Norfolk είχε παραμείνει κλειστό για τέσσερις μήνες πέρυσι, καθώς η εταιρεία προσπαθούσε να διαχειριστεί τις επιπτώσεις των αμερικανικών δασμών εισαγωγής που επιβλήθηκαν από τον πρόεδρο Trump. Το μέλλον του εργοστασίου στο Hethel τέθηκε υπό αναθεώρηση το καλοκαίρι του 2025, με τη μητρική Geely να φημολογούνταν πως εξέτασε όλα τα ενδεχόμενα, ακόμη και το κλείσιμο της μονάδας. Ο CEO της Lotus, Qingfeng Feng, είχε απορρίψει αυτά τα σενάρια, χαρακτηρίζοντάς τα ως “φήμες”. Αναφερόμενος στο μέλλον της παραγωγής στο Hethel, δήλωσε:
Αυτή τη στιγμή πραγματοποιούμε μελέτες σκοπιμότητας για την παραγωγή των νέων μοντέλων στο εργοστάσιο του Hethel. Η διαδικασία παραγωγής είναι εξαιρετική, αλλά πραγματικά πρέπει να εξετάσουμε την εφοδιαστική αλυσίδα και τον αντίκτυπο των δασμών.
Η εταιρεία έχει ήδη ανακοινώσει ότι το Type 135 με υβριδικό V8 κινητήρα θα μπει στην παραγωγή το 2028, ενώ ο διάδοχος της Emira με V6 κινητήρα αναμένεται έως το 2030.
Ο Feng ανέφερε επίσης τη στήριξη της βρετανικής κυβέρνησης:
Θα βοηθούσε πραγματικά αν η κυβέρνηση μπορούσε να συνδράμει στη βάση προμηθευτών· θα ήταν αρκετά δαπανηρό να το κάνουμε μόνοι μας στην περιοχή της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η Lotus βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα δύσκολο εμπορικό περιβάλλον. Από τη μία πλευρά, οι δασμοί αύξησαν σημαντικά το κόστος εξαγωγών των βρετανικών sportscar στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από την άλλη, οι υψηλοί αμερικανικοί δασμοί στα ηλεκτρικά οχήματα που κατασκευάζονται στην Κίνα κατέστησαν εμπορικά ασύμφορη τη διάθεσή τους.
Η στρατηγική πλήρους στροφής προς την ηλεκτροκίνηση δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η Lotus είχε επενδύσει σημαντικά στην ανάπτυξη ηλεκτρικών μοντέλων, όπως το Eletre και το Emeya, καθώς και σε εργοστάσιο στη Γουχάν της Κίνας με ετήσια δυναμικότητα 150.000 μονάδων.
Παράλληλα, η Geely επένδυσε 100 εκατ. λίρες στο Norfolk για νέες γραμμές παραγωγής της βενζινοκίνητης Emira και της αμιγώς ηλεκτρικής Evija, αξίας 2,4 εκατ. λιρών. Ωστόσο, οι πωλήσεις παρέμειναν χαμηλές: η Lotus πούλησε 12.134 αυτοκίνητα το 2024, ενώ το προηγούμενο έτος οι πωλήσεις υποχώρησαν περαιτέρω στις 6.520 μονάδες, οδηγώντας σε ζημία 464 εκατ. δολαρίων (352 εκατ. λιρών).

Στο πλαίσιο περιορισμού των εξόδων, η εταιρεία προχώρησε σε σημαντικές περικοπές προσωπικού, με σχεδόν το ήμισυ του εργατικού δυναμικού στο βασικό εργοστάσιο της Αγγλίας να χάνει τη θέση του. Παράλληλα, μειώθηκαν οι δαπάνες marketing και λειτουργίας.
Παρά τις ζημίες, η Lotus κατάφερε να μειώσει τις λειτουργικές απώλειες κατά 46% σε ετήσια βάση, αξιοποιώντας οικονομίες κλίμακας μέσω του ομίλου Geely και επιμερίζοντας το κόστος νέων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένων νέων κινητήρων και ηλεκτρονικών αρχιτεκτονικών.
Ο οικονομικός διευθυντής της εταιρείας, Daxue Wang, δήλωσε:
Αν η Lotus εξαφανιζόταν στα χέρια μας, ουάου… Οι φιλοδοξίες της διοίκησης και των μετόχων δεν θα αλλάξουν ποτέ: θέλουμε να διατηρήσουμε αυτή τη μάρκα για άλλα 78 χρόνια, για άλλα 100 χρόνια. Θέλουμε να κάνουμε τη Lotus βιώσιμη και ξανά μεγάλη.
Η εταιρεία ανακοίνωσε τη νέα στρατηγική Focus 2030, αντικαθιστώντας το προηγούμενο πλάνο Vision 2018. Ο στόχος πωλήσεων μειώθηκε δραστικά από 150.000 σε 30.000 αυτοκίνητα έως το τέλος της δεκαετίας. Περίπου τα δύο τρίτα αυτών θα είναι μοντέλα “lifestyle”, ενώ η κατανομή κινητήριων συνόλων προβλέπεται σε αναλογία 60% υβριδικά και 40% αμιγώς ηλεκτρικά.
Σύμφωνα με τον Wang, η Lotus μπορεί να φτάσει σε σημείο ισορροπίας σε αυτόν τον όγκο πωλήσεων, υπό την προϋπόθεση περιθωρίου κέρδους 20%. Αναφερόμενος στη στρατηγική μετάβασης της εταιρείας, ο Qingfeng Feng δήλωσε:
Η μετάβαση από ξεπερασμένα sportscar σε οχήματα νέας ενέργειας με ευφυΐα. Είμαστε πολύ περήφανοι που, έπειτα από οκτώ χρόνια σκληρής προσπάθειας, αφοσίωσης και δέσμευσης, δημιουργήσαμε τη βάση παραγωγής μας και παρουσιάσαμε νέα προϊόντα όπως τα Eletre, Emeya και Emira. Έχουμε θέσει ένα ισχυρό θεμέλιο για την πορεία προς την εποχή των οχημάτων νέας ενέργειας. Η ηλεκτροκίνηση των sportscar είναι αναπόφευκτη.
